4/8/08

Η ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ

Το ποινικό σύστημα μέχρι τον 20ο αιώνα χαρακτηρίζεται από την αυστηρότητά του. Η αυστηρότητα αυτή δεν αφορά μόνο την ποινικοποίηση πράξεων που σήμερα δεν θεωρούνται κολάσιμες, αλλά και τις εξαντλητικές ποινές που επιβάλλονταν στους καταδίκους.
Την προηγούμενη εβδομάδα είδαμε πως κάποιος μπορούσε να φυλακιστεί ακόμη και για ένα ευτελές χρέος. Είδαμε επίσης ότι η φυλάκιση, με τους όρους εκείνων των εποχών, έφερνε σε κίνδυνο τη ζωή των κρατουμένων.
Η ζωή, όμως, πολλών ανθρώπων που κατέληγαν σε κάποια δικαστική αίθουσα. Η θανατική ποινή ήταν κάποτε αρκετά συνηθισμένη για πληθώρα αδικημάτων. Είναι περιττό να αναφέρουμε, ότι τα στοιχεία που παρουσιάζονταν στις δίκες ήταν συνήθως ελλιπή για τα σύγχρονα δεδομένα, και οι δικαστικές αποφάσεις στηρίζονταν κυρίως σε μαρτυρίες και ομολογίες κατόπιν βασανισμού, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την αξιοπιστία τους.
Η κατάσταση αυτή, άλλωστε, ήταν που, στα χρόνια του Διαφωτισμού, ώθησε τον Ιταλό Τσεζάρε Μπεκαρία να δημοσιεύσει στο Μιλάνο ένα δοκίμιο «Περί εγκλημάτων και ποινών». Στο κείμενο αυτό διατυπώθηκε μια σειρά αρχών που θα έπρεπε να διέπουν την απόδοση της δικαιοσύνης, με προεξάρχουσα την αρχή του σωφρονισμού και όχι της εξόντωσης του παραβάτη.
Δυστυχώς για τους προγόνους μας, η αρχή αυτή, καθώς και οι εκκλήσεις για βελτίωση των συνθηκών απόδοσης της δικαιοσύνης προς το ανθρωπιστικότερο, χρειάστηκαν πολλά χρόνια μέχρι να υιοθετηθούν. Ο ανθρωπισμός, άλλωστε, δεν αποτελούσε υποχρέωση ή θέσφατο για τις εξουσίες του παρελθόντος. Σκοπός τους ήταν η ασφάλειά τους και η διατήρηση της τάξης και, ως εκ τούτου, η απόδοση της δικαιοσύνης στόχευε πριν απ’ όλα στον παραδειγματισμό.
Ο παραδειγματισμός, ως σκοπός, επιτυγχανόταν τόσο με την επιβολή της ύστατης ποινής του θανάτου, όσο και με τη διαδικασία εφαρμογής της. Ο θανατοποινίτης συνήθως διαπομπευόταν στην πορεία του προς το ικρίωμα, ενώ οι εκτελέσεις πραγματοποιούνταν με ωμές και επώδυνες μεθόδους: αποκεφαλισμός με πέλεκυ και η αγχόνη ήταν οι πιο συνηθισμένες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης επινοήθηκε η περίφημη «γκιλοτίνα» ως ο πλέον ανώδυνος και «ανθρωπιστικός» τρόπος εκτέλεσης της θανατικής ποινής, και διατηρήθηκε σε χρήση μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα. Η τελευταία, μάλιστα, εκτέλεση με γκιλοτίνα στην Κέρκυρα πραγματοποιήθηκε στα 1887 στο Νέο Φρούριο (υπόθεση Μπονάτη)[1].
Ανεξάρτητα, πάντως από το έγκλημα που βάραινε ή είχε καταλογιστεί στον καταδικασμένο, γεγονός είναι ότι η θανατική ποινή είναι απαράδεκτη, τόσο για ανθρωπιστικούς, όσο και για λόγους δικαίου. Η θανατική ποινή δεν είναι αναστρέψιμη, δεν ακολουθεί την αρχή του σωφρονισμού αλλά της εκδίκησης, ενώ προκαλεί αρνητικά αισθήματα και βιώματα στους οικείους του εκτελεσθέντα. Αυτοί είναι και οι λόγοι που ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός έχει συλλήβδην απορρίψει την ποινή του θανάτου.
Η τραγικότητα της επερχόμενης εκτέλεσης είναι εμφανής στο παρακάτω κείμενο του 16ου αιώνα που ανασύραμε από το ιστορικό αρχείο της Κέρκυρας:

ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΥ ΣΕ ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΟ

ƒ λ΄(30) Μαΐου εις την αυλήν της φυλακής της απάνω εν τω Κάστρω[2], ένθα ευρήσκεται ο παρών Ζαχαρίας Μανέτας, όστις αύριον μέλλει, διά πίστεως και αποφάσεως του Εκλαμπροτάτου Ρενγιμέντου[3], αποκεφαλισθήναι διά το πταίσμα αυτού, εδιορίσατω όστις καλέσας εμέ τον νοτάριον γράψαι την διαθήκην αυτού, όπως διορθωθή. Εδιόρθωσεν τα εαυτού αγαθά και προς τον αναστηθέντα Θεώ συγχώρησιν ζητά και πάντα άνθρωπον και τα εξής. Ειθ’ ούτως λέγει, ότι στέκουσα η γυνή αυτού χήρα, να είναι κυρά και οικοκυρά έως τέλους ζωής αυτής εις τα αγαθά του τα πάντα. Και το παιδίον, ο Γεώργιος, να είναι κληρονόμος αυτού εις την περιουσίαν αυτού. Τον Μισέρ Περόταν Πολίτην τον ευχαρίστησεν εξ όπερ του εχρεόστη. Έλαβε δε ως λέγη ένα ταυρίον[4] εκ τον Μισέρ Τζόρτζην Σορδίνα και εγύμνασεν[5] αυτό…
Α.Ν.Κ., Συμβ., Τόμος Μ 180, σ. 181v

Σ’ αυτή τη διαθήκη ο νοτάριος δεν μας αποκαλύπτει τον λόγο για τον οποίο ο Ζαχαρίας Μανέτας καταδικάστηκε σε θάνατο. Οι πληροφορίες που παίρνουμε από το κείμενο, πέρα από τις προφανείς, είναι η ταραχή ή η βιασύνη του νοταρίου και η ψυχραιμία του μελλοθάνατου.
Πράγματι, η γραφή γίνεται σταδιακά βιαστική και δυσανάγνωστη, είτε από συγκίνηση (ιδιαίτερα στο σημείο που ο Ζαχαρίας αναφέρεται στη γυναίκα και το παιδί του), είτε από έλλειψη χρόνου. Παρά ταύτα, ο μελλοθάνατος διαθέτει την ψυχραιμία και τη διαύγεια να «διορθώσει», να τακτοποιήσει, δηλαδή, τις εκκρεμείς υποχρεώσεις του και την προσωπική του περιουσία. Ίσως κατόρθωσε να κρατήσει ανάλογη στάση και απέναντι στον πέλεκυ του δημίου.

[1] Βλ. Σ. Κατσρός, Ιστορία της Κέρκυρας, 20032, σσ. 417-21.
[2] Κάστρο: ενν. το Παλαιό Φρούριο.
[3] Ρεγκιμέντο: Διοίκηση.
[4] Ταυρίον: μοσχάρι.
[5] Εγύμνασεν: εξημέρωσε.

2 σχόλια:

  1. ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΟ BLOGS ΣΟΥ..
    ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΒΑΛΕ ΜΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΑΛΜΟΥΔΙΚΕΣ ΑΝΘΡΩΠΟΘΥΣΙΕΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ. ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΥΠΕΥΘΥΝΩΝ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το ζήτημα στο οποίο αναφέρεστε είναι πολύ περίπλοκο και ευαίσθητο. Το 1891 βρέθηκε το πτώμα ενός 8χρονου κοριτσιού στην εβραϊκή συνοικία και η πρώτη αυτοψία κατέληξε ότι το άτυχο κορίτσι είχε πολλές "καθαρές" πληγές από μαχαίρι, το αίμα του είχε αποστραγγιστεί, αλλά το σώμα είχε καθαριστεί προσεκτικά μετά τον θάνατό του. Έτσι ο φόνος χαρακτηρίστηκε ως ανθρωποθυσία, που πραγματοποιήθηκε από μερικούς Εβραίους, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας της κοπέλας, ο οποίος κατά κάποιους την είχε υιοθετήσει στα Γιάννενα.
    Από το σημείο αυτό κι έπειτα ξέσπασαν τα λεγόμενα "Εβραϊκά", δηλαδή ένα ξέσπασμα βίας κατά του συνόλου του εβραϊκού πληθυσμού της Κέρκυρας. Εφημερίδες της Δυτικής Ευρώπης και του ευρύτερου αγγλοσαξωνικού χώρου, καθώς και οι εβραϊκές κοινότητες ανά τον κόσμο ανασκεύασαν τις κατηγορίες για την πραγματική καταγωγή του κοριτσιού και τη φύση του εγκλήματος, ενώ από την άλλη, εφημερίδες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης έριχναν λάδι στη φωτιά εναντίον των Εβραίων. Ο ελληνικός Τύπος και η επίσημη ελληνική Πολιτεία πρόβαλλαν αντικρουόμενες αναφορές και εκτιμήσεις, οι οποίες επέτειναν το χαώδες της κατάστασης.
    Ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσα να αναφερθώ στο συγκεκριμένο συμβάν, το οποίο μάλιστα, από κάθε άποψη, αποτελεί όνειδος για την Κέρκυρα. Και αυτό γιατί τα στοιχεία είναι αντικρουόμενα, ελλιπή και οι πηγές στο σύνολό τους ελέγχονται ως προς τη φερεγγυότητά τους.
    Πιο συνετό και χρήσιμο νομίζω ότι είναι να μελετηθεί η συγκεκριμένη περίοδος από κοινωνικής άποψης...

    Ανδρέας Γραμμένος

    ΑπάντησηΔιαγραφή

ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΓΙΑ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ.
ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΑΙ Η ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΔΗΛΑΔΗ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΑΚΤΗ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟΥ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ.