19/10/08

ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ ΚΑΙ Η ΚΕΡΚΥΡΑ 1861-1947

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, η Κέρκυρα έγινε ένας τόπος που βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των εμπολέμων. Λόγω αυτού του «ενδιαφέροντος», υπέστη τρομερές καταστροφές, των οποίων τα ίχνη είναι ακόμη ορατά, όχι μόνο στη μνήμη των Κερκυραίων και στα χαλάσματα που σε διάφορα σημεία στέκουν ακόμη, αλλά, κυρίως, στη ζωή του τόπου.
Παρόμοιες καταστροφές σε ανθρώπινο δυναμικό και τον οικιστικό ιστό υπέστησαν σε μεγαλύτερη, μάλιστα, κλίμακα εκατοντάδες ευρωπαϊκές πόλεις, με χαρακτηριστικότερη όλων τη Λειψία. Στη Γερμανία, όμως, η πολιτική των δύο μεταπολεμικών γερμανικών κρατών, το παιγνίδι πλειοδοσίας των Αμερικανών και των Σοβιετικών και η αθρόα προσέλευση μεταναστών, στάθηκαν παράγοντες ικανοί να εξασφαλίσουν την ανοικοδόμηση και την εκ νέου ανάπτυξη των σχεδόν πλήρως κατεστραμμένων πόλεων.
Στην περίπτωση της Κέρκυρας αυτό δε συνέβη για ποικίλους λόγους. Κάποιοι από αυτούς είναι προφανείς, ενώ κάποιοι άλλοι είναι καλά κρυμμένοι στα κιτάπια της Ιστορίας και της Πολιτικής. Κι ενώ συχνά γίνεται λόγος για τις καταστροφές του ’40 και τις απώλειες και τις περιπέτειες των Κερκυραίων, δεν έχουμε σταθεί ακόμη ικανοί, ως κοινωνία, να αποκωδικοποιήσουμε την πρόσφατη ιστορία μας, με αποτέλεσμα να στερούμαστε τα εργαλεία εκείνα που θα μας εξασφάλιζαν τις βάσεις για την ανάπτυξη του τόπου μας και την οικοδόμηση ενός καλύτερου μέλλοντος για εμάς και τις επερχόμενες γενιές.

Τον Οκτώβριο του 1940 η Ιταλία επιτέθηκε στην Ελλάδα. Το κύριο μέτωπο σχηματίστηκε στους ορεινούς όγκους της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας, όπου οι ελληνικές δυνάμεις κατόρθωσαν να αποκρούσουν και ύστερα να απωθήσουν τον υπέρτερο εχθρό, τουλάχιστον μέχρι την επέμβαση των Γερμανών στο πλευρό των συμμάχων τους.
Αυτό που σπάνια συζητούμε, και πάντα σε περιορισμένη έκταση, είναι οι αντικειμενικοί σκοποί της Ιταλίας. Είναι σαφές, βέβαια, ότι οι Ιταλοί δεν μας επιτέθηκαν γιατί ήταν απλώς «κακοί», ούτε γιατί ήθελαν να μας κατακτήσουν. Τέτοιου είδους προσεγγίσεις αποτελούν απλώς αναπαραγωγές της προπαγάνδας του πολέμου, η οποία ήταν βέβαια θεμιτή στο πλαίσιο της εποχής εκείνης, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί βάση για την ουσιαστική προσέγγιση των γεγονότων.

Από τη στιγμή της γένεσής της ως ενιαία χώρα, η Ιταλία έθεσε στον εαυτό της (δόγμα Cavour) το μεγαλεπήβολο στόχο να καταστεί μία Μεγάλη Δύναμη στη Μεσόγειο, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Την παγκόσμια εδραίωσή της επιχείρησε να πετύχει μέσω της οικοδόμησης μίας αποικιακής αυτοκρατορίας με την κατάκτηση της (ιταλικής) Σομαλίας (19ος αι.), της Λιβύης και των Δωδεκανήσων (1911) και της Αιθιοπίας (1935). Στη Μεσόγειο, σύμφωνα με το Δόγμα Cavour, η Ιταλία όφειλε να εξασφαλίσει τον έλεγχο του «ζωτικού της χώρου», δηλαδή της Αδριατικής. Ως εκ τούτου, οι επεκτατική της πολιτική στράφηκε προς τη Δαλματία και την Αλβανία, ενώ, κατά το ίδιο δόγμα, η Κέρκυρα και οι Παξοί λογίζονταν ως ιταλικά εδάφη. Για τη Δαλματία (αρχικά κτήση των Αυστριακών, μετέπειτα υπό τη «σκέπη» της Γιουγκοσλαβίας) δεν θα αναφερθώ εδώ, ενώ θεωρώ πως η ιταλική διείσδυση και η τελική ενσωμάτωση της Αλβανίας στο ιταλικό βασίλειο είναι αρκετά γνωστά.
Σε ό,τι αφορά στην Κέρκυρα (και τους Παξούς), η Ιταλία από την εποχή, ήδη, της Συνθήκης του Λονδίνου το 1864, έθεσε θέμα διεκδικήσεων, θεωρώντας ότι η Ένωση των νησιών με την Ελλάδα ήταν άδικη για αυτήν. Επιθυμώντας, λοιπόν, να ανατρέψει το καθεστώς, επένδυσε χρήματα και δυνάμεις. Ίδρυσε την Ιταλική Σχολή και χρησιμοποίησε την Καθολική Εκκλησία για την επαύξηση της επιρροής της στους Κερκυραίους, ενώ ενθάρρυνε την μετοίκηση Ιταλών υπηκόων στην Κέρκυρα και τη δημιουργία μίας στιβαρής κοινότητας Ιταλοκερκυραίων που θα υποστήριζε την πολιτική της.
Η Ελλάδα τότε βρισκόταν ουσιαστικά ακόμη σε καθεστώς προτεκτοράτου και η εξωτερική πολιτική της υπαγορευόταν σε μεγάλο βαθμό από τη Βρετανία. Η Βρετανία στο μεταξύ, υπολόγιζε την Ιταλία ως μία δύναμη που μπορούσε να λειτουργήσει υπέρ των συμφερόντων της, μία χώρα ισχυρή, η οποία μπορούσε να ανακόψει τις γερμανικές (Αυστρία – Γερμανία) δυνάμεις και τη Ρωσία στην πορεία τους προς Νότον. Ταυτόχρονα, η Ιταλία αποτελούσε ένα σημαντικό αντίβαρο στην εξάπλωση της Γαλλίας στη Μεσόγειο. Άλλωστε, η υπόθαλψη των ιταλικών βλέψεων στην Κέρκυρα και το σημαντικότατο από στρατηγικής άποψης Στενό της Κέρκυρας, εξασφάλιζε για τους Βρετανούς το ότι καμία χώρα δεν θα αποκτούσε πλήρη και ασφαλή έλεγχο και των δύο πλευρών του Στενού. Η σημασία που απέδιδαν οι Βρετανοί στον θαλάσσιο αυτό δίαυλο φαίνεται και από το λεγόμενο «Επεισόδιο της Κέρκυρας» το 1946, στο οποίο θα αναφερθούμε σε άλλη ευκαιρία.

Κατά τα Εβραϊκά της Κέρκυρας (1891), οι ταραχές και οι επιθέσεις κατά της Εβραϊκής κοινότητας, πολλά μέλη της οποίας προέρχονταν από την Απουλία και μιλούσαν μία ιταλική διάλεκτο, έγιναν αφορμή για να ζητήσει η Ιταλία την κατάληψη του νησιού από τα στρατεύματά της με σκοπό την επιβολή της τάξης, αφού η Ελλάδα ήταν ανίκανη να το πράξει. Οποίο θράσος, ειδικά από τη στιγμή που (σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής) αυτοί που υποκινούσαν τις επιθέσεις κατά των Εβραίων ήταν μέλη της κοινότητας των Ιταλοκερκυραίων!
Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1915) ιταλικά στρατεύματα, μαζί με γαλλικά, κατέλαβαν την Κέρκυρα (η Ελλάδα ήταν τότε ουδέτερη), προκειμένου να εξασφαλίσουν την κυριαρχία της Αντάντ στην Αδριατική, να στήσουν μία βάση για τις επιχειρήσεις στη Βόρεια Ήπειρο που αποσκοπούσαν στο άνοιγμα Βαλκανικού Μετώπου, και να περισώσουν τον σερβικό στρατό που είχε διαφύγει από τα Αυστροουγγρικά στρατεύματα μέσω Αλβανίας. Οι Ιταλοί, όμως, δεν αρκέστηκαν να αποστείλουν απλώς όσα στρατεύματα ήταν αρκετά για τη διατήρηση της βάσης της Κέρκυρας. Η Ιταλία έστειλε στην Κέρκυρα ισχυρότατες δυνάμεις, ακόμη και ολόκληρα σώματα πυροβολικού και ιππικού. Ακόμη και όταν οι Γάλλοι άρχισαν να διαμαρτύρονται, ιταλοί στρατιώτες συνέχισαν να αποβιβάζονται στο νησί, φορώντας πολιτικά! Κατά την παραμονή τους στην Κέρκυρα, οι Ιταλοί ενέτειναν την προπαγάνδα τους, ενώ έφτασαν σε σημείο να τυπώνουν χάρτες της «Μεγάλης Ιταλίας» που θα προέκυπτε μετά τον πόλεμο, στους οποίους περιλαμβανόταν και η Κέρκυρα, ενώ δεν δίστασαν να εκδώσουν και δικό τους γραμματόσημο (δείγμα εθνικής κυριαρχίας).
Αυτό έγινε σαφές το 1923. Το νεοπαγές καθεστώς του Μουσολίνι, ακολουθώντας το πάγιο ιταλικό δόγμα επέκτασης, «έστησε» τη δολοφονία ενός Ιταλού Στρατηγού (του Τελλίνι, ο οποίος ήταν αντιφασίστας) που συμμετείχε στην επιτροπή χάραξης των ελληνοαλβανικών συνόρων. Με αφορμή το γεγονός αυτό, ο ιταλικός στόλος βομβάρδισε την Κέρκυρα και στρατιωτικά τμήματα κατέλαβαν το νησί τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου. Η Ελλάδα, βέβαια, μόλις είχε εξέλθει της Μικρασιατικής Καταστροφής, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να προβάλλει ιδιαίτερη αντίδραση. Παρά ταύτα, είναι περίεργο το γεγονός ότι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις δεν κινήθηκαν προς τα δυτικά, ενώ στις εκκλήσεις των τοπικών αρχόντων προς την κυβέρνηση για αποστολή οδηγιών, δεν δόθηκε καμία απάντηση. Η Κέρκυρα αφέθηκε στο έλεος των Ιταλών! Η αποχώρηση των στρατευμάτων του Μουσολίνι πραγματοποιήθηκε μόνο μετά την αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων και την ταπείνωση της Ελλάδας που απεδέχθη όλους του ιταλικούς όρους («αποζημίωση», απόδοση τιμών στη σορό του Τελλίνι και την ιταλική σημαία σε ελληνικό έδαφος). Ουσιαστικά, με την έκβαση αυτού του επεισοδίου, η Ελλάδα αποδεχόταν την ύπαρξη ζητήματος κυριαρχίας επί της Κέρκυρας.
Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41, η Κέρκυρα ήταν από τις πρώτες ελληνικές πόλεις που υπέστησαν τους βομβαρδισμούς της ιταλικής πολεμικής αεροπορίας, ήδη από το πρωί της 1ης Νοεμβρίου. Τα θύματα ήταν πολλά και οι καταστροφές μεγάλες, ιδίως στις γειτονιές του Καμπιέλου, των Αγίων Πατέρων και της Εβραϊκής συνοικίας. Οι Ιταλοί έδειξαν το μεγαλείο τους βομβαρδίζοντας αμάχους σε μία πόλη που είχε κηρυχθεί ανοχύρωτη κατά τους διεθνείς νόμους του πολέμου. Υπάρχουν μερικοί που μιλούν για την «αστοχία» ή την «ανθρωπιά» πολλών ιταλών πιλότων, οι οποίοι, αντί να ρίξουν τις βόμβες τους στην πόλη, τις άδειαζαν στη θάλασσα, στο λιμάνι και αλλού. Είναι, όμως προφανές, ότι αυτό επρόκειτο για σχεδιασμένη ιταλική ενέργεια με δύο στόχους: αφενός, έπρεπε να επιδειχθεί η ισχύς της Ιταλίας στους ντόπιους και, αφετέρου, έπρεπε να αποφευχθούν μεγαλύτερες καταστροφές των υποδομών και του πληθυσμού, αφού η Ιταλία επιθυμούσε να προσαρτήσει το νησί.
Στη συνέχεια, μετά την ελληνική συνθηκολόγηση, οι Ιταλοί, αντίθετα με το ό,τι έπραξαν οι ίδιοι και οι Γερμανοί κατακτητές στην υπόλοιπη Ελλάδα, απέσπασαν τα Ιόνια Νησιά από την (κατεχόμενη) ελληνική επικράτεια και δημιούργησαν ένα κράτος-μαριονέτα υπό τον έλεγχό τους. Έτσι, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα υπήρχε ελληνική κυβέρνηση με δικές τις υπηρεσίες και αστυνομία, στα Επτάνησα είχαν εγκαθιδρυθεί υπηρεσίες στελεχωμένες από Ιταλούς δίνοντας μία επίφαση ανεξάρτητης κρατικής οντότητας. Το παράξενο είναι ότι ενώ στην περίπτωση της απόπειρας των Βουλγάρων να προσαρτήσουν τη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία οι Έλληνες βγήκαν στους δρόμους διαδηλώνοντας με αυτοθυσία την αντίθεσή τους σε μία τέτοια εξέλιξη (την οποία και απέτρεψαν), στην περίπτωση των Ιονίων Νήσων δεν υπήρξε παρόμοια αντίδραση. Το μόνο που μπορούμε να υποθέσουμε είναι ότι, εκτός των όποιων προκαταλήψεων απέναντι των Επτανησίων, υπήρξε και παρέμβαση από τη βρετανική πλευρά, η οποία, σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, ακολούθησε μία παράδοξη φιλοϊταλική στάση, όπου δεν βλάπτονταν άμεσα τα δικά της συμφέροντα. Στο πλαίσιο αυτό, κατά την περίφημη ναυμαχία του Ταινάρου (1941) στην οποία συνέτριψαν τον Ιταλικό Στόλο, δεν επέτρεψαν τη συμμετοχή του Ελληνικού Στόλου, ενώ, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στην ιταλική χερσόνησο (1943-44), δεν επέτρεψαν στις ελληνικές δυνάμεις που συμμετείχαν να υψώσουν την ελληνική σημαία σε ιταλικό έδαφος.
Όσον αφορά στη στάση των ιταλικών δυνάμεων κατοχής μετά την ιταλική συνθηκολόγηση το 1943, την οποία πολλοί αποδίδουν στην «αποφασιστοποίηση» των ιταλικών στρατευμάτων, πρέπι να τονιστούν τα εξής: οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής ουσιαστικά δεν εκδήλωσαν ενεργή άμυνα έναντι των Γερμανών, εκτός από την περίπτωση της Κέρκυρας και της Κεφαλονιάς. Η στάση αυτή είναι προφανές ότι δεν οφείλεται απλώς στη θέση της νέας ιταλικής κυβέρνησης του Μπαντόλιο για αλλαγή πλευράς στον πόλεμο, αλλά στην επιδίωξη παγιοποίησης ενός καθεστώτος που ενδεχομένως να επέτρεπε με τη λήξη του πολέμου τη διεκδίκηση των Ιονίων Νήσων από την Ιταλία, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι αυτή θα περιλαμβανόταν τελικά στους Συμμάχους. Ως γνωστόν, αυτή η επιδίωξη δεν ευοδώθηκε, αλλά, αντίθετα, θάφτηκε μαζί με χιλιάδες Ιταλούς και Επτανήσιους νεκρούς που προέκυψαν από τη λυσσαλέα γερμανική αντίδραση. Ο βομβαρδισμός και η πυρπόληση της Κέρκυρας τον Σεπτέμβρη του 1943 οφείλεται απολύτως στον ιταλικό ιμπεριαλισμό και τη «ρωμαϊκή» μεγαλομανία.
Τέλος, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στην τελική συνθήκη ειρήνης των Παρισίων του 1947, ενώ υπάρχει ειδική ρήτρα (άρθρο 14) για τους όρους μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, η ελληνική κυβέρνηση παρέλειψε να περιλάβει μία αναγνώριση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας από πλευράς Ιταλίας, ή έστω μία δήλωση από την πλευρά των Ιταλών ότι αποκηρύττουν κάθε προηγούμενη διεκδίκηση κατά της Ελλάδας.

Ως συμπέρασμα των παραπάνω θα λέγαμε ότι η συμπεριφορά των εκ δυσμών γειτόνων μας έναντι της Ελλάδας συνολικά και της Κέρκυρας ειδικά, υπήρξε για έναν περίπου αιώνα αρπακτική και ύπουλη. Τα αποτελέσματα αυτής της στάσης ειδικά η Κέρκυρα τα πλήρωσε με τον πιο σκληρό τρόπο. Το κλίμα αστάθειας που καλλιέργησε η Ιταλία στην περιοχή λειτούργησε ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη της νήσου, ενώ οι τεράστιες καταστροφές κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για τις οποίες είναι πλήρως υπεύθυνη η Ιταλία, καταδίκασαν την Κέρκυρα στην υποβάθμιση και την αποβιομηχανοποίηση, με παρενέργειες ορατές ακόμη και σήμερα, σε οικονομικό, πολιτιστικό και κοινωνικό επίπεδο.
Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι τα αίτια κάποιων φαινομένων πρέπει να προσδιορίζονται και οι ευθύνες πρέπει να αποδίδονται. Η μνήμη πρέπει να τροφοδοτείται από τα διδάγματα της Ιστορίας, όχι προς διαιώνιση της μισαλλοδοξίας, αλλά με σκοπό την αποφυγή περιπετειών που συνήθως έχουν ρίζες στο ιστορικό παρελθόν. Συνεπώς, αφού η Ιστορία μας παρέχει τόσο ηχηρά διδάγματα, είναι τουλάχιστον αφελές να τα αγνοούμε, όπως στην περίπτωση της ανέγερσης του μνημείου της κατοχικής μεραρχίας Acqui. Γιατί στο πλαίσιο της διεθνούς πολιτικής και των γεωπολιτικών ισορροπιών, η αφέλεια είναι αναπόδραστα επιζήμια, αν όχι καταστροφική.

Ανδρέας Γραμμένος

(Για περισσότερες και εκτενείς λεπτομέρειες σχετικά με τα παραπάνω, βλ.
  • Μπότσης Μιλτιάδης, Γεωπολιτική Αδριατικής-Ιονίου: Η περίπτωση της Κέρκυρας, Παπαζήσης.
  • Κατσαρός Σπύρος, Ιστορία της Κέρκυρας, Mellon.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΣΤ΄, Εκδοτική Αθηνών.
  • Αθανάσαινας Γεώργιος, Κέρκυρα Σεπτέμβρης 1943, Μακεδονικές Εκδόσεις.

4/10/08

A CORFIOT REBEL AGAINST THE BRITISH

The feelings of the Corfiots for the Biritsh Protection (1815-1864) are rather positive. Most of the people consider Protection as one of the most prosperous periods in local history, as Corfu has inherited a large legacy of infrastructure and cultural elements from the British governors and the local authorities of the time. Even the visitors can’t help but noticing the Palace, Mon Repos etc, even ginger-beer or cricket games. But what were the feelings of Corfiots towards the Protection in those years?
When the Ionian Islands were conquered by the British (1809-14), the locals, except from the Zacynthians, whose interests matched those of Britain, maintained a rather neutral stance. Only in Corfu there was a taste of bitterness, since the French (sovereigns of the Ionian Islands before the British), especially general Donzelot, had favored the island. Nevertheless, the feeling of relief for the end of the war was much stronger.
Soon, though, the Ionians realised that the “Protection” didn’t mean nothing but occupation for the British. The political system imposed by the new sovereign was authoritarian, and the islanders’ dreams for (relative) democracy and national independence since 1800 were buried under the presence of a mighty military force, of which the expenses were paid by themselves!
Such was the despotism of the state on those first years of the Protection, that the Ionian people neglected even the civil works plan or the law for the disarmament of the civilians. After all, most of the civil works were aiming to the convenience of the British and the disarmament was to secure that the Ionians wouldn’t have he means to revolt. The islanders bent their head, but not their soul towards the harshness of their new master.
For the whole duration of the Protection, the Ionians never stopped reacting vigorously to the British arrogance. The riots of 1848 that distressed the British regime are well known. But there were many reactions before that, even if they were sporadic and scimbly.
In an old notebook, right after a copy of an extract from an anthology of Galenus and Hippocrates, Spyridon Koskinas, a priest from the Village of Kouramades, wrote a story of great value. It’s the true story of a man from the village of Castellani, who raised a lonely fight against the British and their collaborators in the occasion of the disarmament of the villagers by the authorities.
In the next paragraphs we cite a few parts of this dramatic story.

A CORFIOT LONELY REBEL

1825, 7th October

...Stamatis A. (potentate, collector and sub-superintendent of the seigneur’s revenues), bad and corrupted,... put many men in prison, he forced us give many tributes to the government, he was ... tyrant over the forced work ... that men were working in the roads, working from 12 to 66 years old...
In 1822, with order by the government, they collected the handguns from all over the island... having also issued a resolution for 10 thalers and 6 months captivity on the island for whom should have a riffle without licence. Ioannes Alefotzios, kept a riffle, not to hurt anyone, but just for fun.
On 1825, on September, Stamatis saw Ioannes with his riffle. Rightaway, he reported him to the police... he put men into his house, paid with 2 silver coins per day ... in order to arrest him. ... Ioannes never stopped begging him to release him from the charge... The tyrant did not mercy him... Having no other option, the good Ioannes... decided to kill him, dooming himself too, but free the island.
Right when he killed him he shouted up loud: “I killed him! See and tell, so no one else is blamed!” After three hours the cavalry came to see the dead body [and they released] order to all the havens that no boat should leave. In the very village of Castellani two hundred English troops came with trumpets, drums, officers and the rest. They gathered more than four hundred locals out of eight hundreds. They left no lamb, ox, poultry, oil, wine, bread, but they devastated the area, having all the people closed up ...in the church of Ypapanti.
For forty days all the authorities of the island were after Ioannes. There was no place unsearched. They even formed a line from Perama to the shore of Pentati, but there was no way they could arrest him. The poor Ioannes never stopped running in the dells through the bushes, thirsty and starving.
One day, starving and exhausted, he found a small cabin at Cochini, and thinking that the people living there are Christians, he walked asking for some bread. These people treat him in a good manner, but they drunk him and took his arms. But when they fell asleep, Ioannes woke up, took back his arms and jumped out the window. Again, an even worst gibbet: they immediately informed the Police at Castellani, and they formed a line from Gouvia to Ermones, but Ioannes flew away to Garitsa, where he spent fifteen days in an old mine.
Three months later, they arrested him after a relative of his betrayed him.
When Ioannes was presented to the Governor, he confessed that he indeed killed Stamatis. But the points he made and his true sayings left all the courts speechless. So, all the people were leaving their businesses and were going to hear Ioannes justifying himdelf, while he criticised the tyranny of Stamatis towards him and the common people.
Anyway, the decision was made, according to the Law to hang Ioannes, six months after he killed Stamatis, bringing great sorrow to all the people, for a great hero was doomed. And when they were going to hang him they all run, young and old, men, women and children, crying, begging mercy for him. But their cries made no good to him. Seeing that it was the end of his life, Ioannes forgave everyone, including Stamatis, and he himself then put the gibbet around his own neck, on Wednesday the 7th of March, 1826, leaving behind him his magnanimity to be fabled by the forthcoming generations.

It is obvious from the story above that the British Protection of the Ionian Islands wasn’t quite a nice time. Of course, the British had in mind building an extensive series of infrastructure, but they also forced the locals to work (unpaid) for a number of palaces, fortifications etc, which were in their sole interest. They even forced the Corfiots to give up their arms – something that was perceived as humiliating in those days and, after all, it was with this arms that the Corfiots defended their homeland against so many intruders in the past – not in order to maintain civil security, but to ensure that the Corfiots would not turn them against them, or use them to assist their revolting brothers in the ottoman empire.
That is the reason why the Corfiots strugled for decades for their right to unify with Greece and celebrated when that happened in 1864, even though at the same time the British were demolishing the Island’s fortifications, i.e. the Corfiot property, history and pride.

written by Andreas Grammenos

2/10/08

ABOUT THE "AUTONOMY" OF CORFU

In the past few days the Corfiots are frustrated by an issue derived from reportages published by The Guardian and BBC, following the allegations of a small group of residents of Corfu, concerning their wish to “split” from Greece.
It is a fact that many Corfiots still carry the memory of the distinct past of the island, when, together with the other Ionian Islands, formed the Septinsular Republic and later the United States of the Ionian Islands, under the British Protection. It appears that in those times the separate Ionian state was far more efficient than Greece, as far as it concerns investments in infrastructure and generally administrative and financial organization. It is also a fact that the Corfiots have many reasons to complaint about the lack of public investments in Corfu along with the negaqtive effect of the endemic Greek corruption, which is blamed for the country’s misfortune.
But, are these the only reasons why a small and yet unidentified group of Corfu’s residents ask for “split” from Greece and “autonomy”?

In the recent few years there we observe a lively activity by some international forces, such as Russia and Italy, who are trying to build up a status of interference in the region, in order to gain a position of control over the petroleum deposits of northern Ionian Sea and the endings of the natural gas pipelines in the area. One could interpret the interest of The Guardian and BBC for the Corfiot “autonomy” issue, as an effort of the British to take part in this game. After all, Corfu used to belong to the British sphere of power once.
In 1864, after many years of the Eptanesians (Corfiots and residents of the other Ionian Islands) struggling for Union with the Greek Kingdom, the British were forced to withdraw from the Islands and sign the Treaty of London, by which the Union was proclaimed. In the last couple of years before the treaty, the British were trying to keep Corfu and Paxos out of the forthcoming Union, and to transform them into a colony. Since they did not achieve that due to the reactions of the Corfiots, they managed to introduce an article in the Treaty of London, by which it was proclaimed that the two islands should remain in an “eternal neutrality” status. Later, they also managed to ensure the same status for the Corfu Straits between the island and the Balkan Peninsula. It seems that some people, one and a half century later, are considering to make use of this facts.

It is so far uncertain what the motives of the “autonomy” group are. The point is that regardless of their own intentions, they may serve foreign interests by setting the status of Corfu under revision. It is certain, though, that the vast majority of the Corfiots are not attracted by their ideas. Corfiots have always been proud of their Greek nationality, and have fought hard, in many occasions, in peace and war, for the national independence and welfare of Greece.
Note that many Corfiots have foreign origins: Italians and Dalmatians settled in Corfu during Venetian rule (1386-1797), Albanian and Arvanite populations came to the island (15th to 18th c.) and Maltese emigrants settled around Corfu Town during the British Protection (1820’s – 1860’s), but they all consider themselves as Greeks, and no other language is spoken by the natives but Greek. So, any thought of separating Corfu from the Greek state is at least mistaken, if not dangerous for the interests of the Corfiots. The populace of Corfu forms a solid Greek population so any separatist movement has nothing to be based on.

What the Corfiots (as most of the Greeks living in the provinces, i.e. not in Athens and a couple more metropolitan cities) could really ask for is the direct transformation of the Greek administrative system and the self-government of the provinces, concerning issues of public investment and aspects of local interest. It is commonly accepted that the Greek administrative and political system has reached to a dead end – the reestablishment of the structures of the state is a “sine qua non” demand for a better future.

Hence, any calls for “autonomy” are either ridiculously away from the will of the Corfiots, or against their interests, serving foreign stakes. Nevertheless, the Corfiots are getting tired by the international games on their island and the inertia of their government.

ΠΕΡΙ "ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ" ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

Είναι γεγονός ότι οι Έλληνες είναι απογοητευμένοι από το κράτος τους. Είναι επίσης γεγονός ότι οι Κερκυραίοι είναι πιο απογοητευμένοι από κάποιους άλλους. Είναι ακόμη γεγονός ότι οι Κερκυραίοι (και οι υπόλοιποι Επτανήσιοι) έχουν τη μνήμη ενός ξεχωριστού παρελθόντος και μιας ιδιαίτερης πολιτιστικής και πολιτικής παράδοσης.
Πραγματικά, η Ένωση, αλλά κυρίως η Αφομοίωση, με τον τρόπο που πραγματοποιήθηκαν, είχαν αρνητικές για τον τόπο συνέπειες.
Κι αν οι συνέπειες αυτές αμβλύνθηκαν με την αλματώδη ανάπτυξη της κερκυραϊκής βιομηχανίας και εν γένει οικονομίας από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τον Μεσοπόλεμο και της τουριστικής βιομηχανίας κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες των τελευταίων ετών οδήγησαν αναπόφευκτα στην ανάδειξή τους.
Η Ελλάδα βρίσκεται αυτή τη στιγμή αντιμέτωπη με ένα φλέγον ζήτημα: το πολιτικό της σύστημα και η κοινωνικοοικονομική της οργάνωση φαίνεται πως έχουν φτάσει στα όριά τους. Αγκυλώσεις ενός παρελθόντος τόσο παλιού όσο τα χρόνια της συγκρότησης του ελληνικού κράτους και τόσο πρόσφατου όσο η Μεταπολίτευση, έχουν οδηγήσει σε αδιέξοδα που ζητούν άμεση λύση. Ταυτόχρονα, η επικράτηση ενός διεθνοπολιτικού «συστήματος πολλαπλών ανεξαρτησιών»[1], η ενεργειακή κρίση, η οικονομική αστάθεια και η επανεμφάνιση της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης, δημιουργούν ένα περιβάλλον τόσο ρευστό, που προκαλεί τριγμούς και στο εσωτερικό της Ελλάδας.
Απόρροια των παραπάνω είναι το γεγονός ότι το μέλλον (βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα) δεν είναι πλέον προβλέψιμο. Ως εκ τούτου, ο κάθε πολιτικός και γεωπολιτικός δρων προσπαθεί να εξασφαλίσει πλεονεκτήματα και να στήσει τις βάσεις για ένα ευνοϊκό (γι’ αυτόν) μέλλον.
Έχουμε πολλές φορές στο παρελθόν αναφερθεί στις προσπάθειες διείσδυσης και εγκαθίδρυσης επιρροής στην Κέρκυρα από διεθνείς δρώντες. Το ζήτημα που έχει ανακύψει τις τελευταίες ημέρες περί «αυτονόμησης» της Κέρκυρας, θεωρούμε ότι έγκειται στο εάν αυτή η κίνηση αποτελεί αποτέλεσμα εσωτερικών διεργασιών στο νησί ή εάν προέκυψε σε συνδυασμό με τη βούληση ενός ξένου κέντρου.
Προς το παρόν κανείς δεν μπορεί να αποφανθεί σχετικά με σιγουριά. Σύμφωνα με τα όσα αναφέραμε στις πρώτες παραγράφους και σε συνδυασμό με την υφή του «μοντέρνου» εθνικισμού των δύο τελευταίων δεκαετιών, μία κίνηση «αυτονόμησης» δεν θα ήταν εντελώς απρόσμενο να προκύψει.
Αν όμως συνδυάσουμε τις δραστηριότητες των γεωπολιτικών δρώντων στο νησί με το γεγονός ότι η κίνηση περί «αυτονομίας» προβλήθηκε και, ως εκ τούτου επισημοποιήθηκε, από την Guardian και το BBC[2], καθώς και τις συνεχείς αναφορές και εκκλήσεις του κ. Τσουκαλά προς τη βρετανική πλευρά, δεν μπορούμε παρά να εγείρουμε επιφυλάξεις σχετικά με την αυτοτέλεια της κίνησης αυτής. Άλλωστε, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η κίνηση αυτή επέλεξε να δημοσιοποιήσει την ύπαρξή της μέσω δύο (!) ξένων μέσων ενημέρωσης και όχι μέσω του τοπικού τύπου. Ανεξάρτητα, λοιπόν, από τα κίνητρα και τα εναύσματα των συμμετεχόντων, τα οποία δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να κρίνουμε αυτή τη στιγμή, οι παραπάνω επιλογές τους, τους καθιστούν έκθετους στην τοπική κοινωνία.
Ένα άλλο σημείο που χρήζει προσοχής είναι το γεγονός ότι, τόσο το άρθρο της Guardian, όσο και η ανταπόκριση του BBC, χρησιμοποιούν όρους όπως «αυτονομία» (autonomy), «απόσχιση» (split) και «δημοψήφισμα» (referendum). Απαιτείται άμεση απάντηση σχετικά με το αν αυτοί οι όροι διατυπώθηκαν από την ομάδα του κ. Τσουκαλά ή αν πρόκειται για αυθαίρετη και επιπόλαιη επιλογή και των δύο (!) βρετανών δημοσιογράφων.
Ποιοι, όμως, είναι σε θέση να ζητούν «απόσχιση» ή «αυτονόμηση»; Σύμφωνα με τα έθη του διεθνούς δικαίου, όπως αυτό ορίζεται από τη διεθνή πρακτική και την καθεστηκυία διεθνώς αντίληψη περί κρατών και εθνοτικών ομάδων, οι παραπάνω διεκδικήσεις μπορούν να προβληθούν από μία ξεχωριστή εθνοτική ομάδα (όχι απαραίτητα «έθνος») που διαβιοί σε ένα κράτος που δεν σέβεται (ή θεωρείται ότι δεν σέβεται) την εθνοτική της ιδιαιτερότητα, δηλαδή τη γλώσσα, τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμά της. Ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι κάτι τέτοιο ισχύει για τους Κερκυραίους; Μήπως οι Κερκυραίοι δεν είναι και δεν αισθάνονται Έλληνες; Μήπως μιλούν μία διαφορετική γλώσσα (όχι ιδίωμα); Μήπως απαγορεύει το ελληνικό κράτος την τέλεση των κερκυραϊκών εθίμων;
Το γεγονός ότι η ανταποδοτικότητα των συλλεγόμενων στην Κέρκυρα φόρων και δασμών είναι εξαιρετικά μικρή και το ότι το κερκυραϊκό ιδίωμα παραγνωρίζεται από την επίσημη πολιτεία δεν είναι δυνατόν να στοιχειοθετήσουν τέτοιου είδους διεκδικήσεις, καθώς παραβλέπουν το εθνικό αίσθημα του συνόλου του κερκυραϊκού λαού. Άλλωστε, τα παραπάνω δεν ισχύουν μόνο για την Κέρκυρα, αλλά για το σύνολο της ελληνικής επαρχίας και δεν εμπίπτει στο πεδίο του αυτοπροσδιορισμού των πληθυσμών της ελληνικής περιφέρειας, αλλά μάλλον στην επαναδιαπραγμάτευση των διοικητικών δομών της χώρας.
Με άλλα λόγια, αντιμετωπίζοντας την παρούσα κατάσταση που είναι αρνητική για τη χώρα, λόγω της διαφθοράς και της άνισης και άδικης διαχείρισης των εθνικών πόρων, καθώς και της διαχρονικά περιορισμένων αποτελεσμάτων αναπτυξιακής πολιτικής, θεωρούμε ότι δεν μπορεί κανείς να διεκδικήσει κάτι άλλο από την ουσιαστική αποκέντρωση, την ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης και των μηχανισμών εκείνων που θα εξασφαλίζουν τη διαφάνεια και θα υποστηρίζουν την ουσιαστική κοινωνία των πολιτών.
Ίσως οι κουβέντες περί «αυτονομίας» να εντυπωσιάζουν πολλούς, όπως η περίφημη ρήση «Θα διεκδικήσουμε την ανεξαρτησία μας» που διατυπώθηκε από τοπικό πολιτικό παράγοντα πριν δεκαπέντε περίπου χρόνια στο (τότε) κινηματοθέατρο «Παλλάς», αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν γραφικότητες, οι οποίες στην παρούσα διεθνή κατάσταση μπορούν να αποβούν επικίνδυνες για τον τόπο.
Το ίδιο ισχύει και για τα περί αναθεώρησης των διεθνών συνθηκών που αφορούν στα Επτάνησα, και συγκεκριμένα για τη Συνθήκη του Λονδίνου του 1864. Έχουμε και στο παρελθόν[3] διατυπώσει ότι η συγκεκριμένη συνθήκη έπρεπε να έχει εξεταστεί με περισσότερη προσοχή από ελληνικής πλευράς, καθώς περιέχει ασάφειες και αφήνει ανοικτά πολλά ζητήματα, όπως τη διηνεκή ουδετερότητα της Κέρκυρας και των Παξών[4], το οποίο, σε συνδυασμό με το καθεστώς ουδετερότητας του Στενού της Κέρκυρας, ανοίγει την όρεξη πολλών.
Συμπερασματικά, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στη γενικότερη κατάσταση που τείνει να παγιώσει ένα καθεστώς ρευστότητας σχετικά με τη νήσο της Κέρκυρας. Δεν είναι δυνατόν η ελληνική πολιτεία να επιτρέπει εδώ και τόσο καιρό την ανεξέλεγκτη δραστηριότητα ξένων παραγόντων στην Κέρκυρα, κυρίως εφόσον αυτοί, εποφθαλμιώντας τα πετρέλαια του Β. Ιονίου και τον έλεγχο των απολήξεων των αγωγών στον χώρο Αδριατικής-Ιονίου, δεν διστάζουν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ελληνικότητα της νήσου και της εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

___________-

Σημειώσεις

[1] Όρος που εισάγει ο Adam Watson στο «Η εξέλιξη της διεθνούς κοινωνίας», εκδόσεις Ποιότητα, 2006.
[2] Τα δύο αυτά μέσα χαρακτηρίζονται ως άμεσα εξυπηρετούντα τη βρετανική εξωτερική πολιτική.
[3] Βλ. άρθρο «Παράνομη η κατεδάφιση των οχυρώσεων από τους Βρετανούς» στην εφημερίδα «Η Κέρκυρα Σήμερα», Μάιος 2006, αναρτημένο και στο παρόν ιστολόγιο (Αύγουστος 2008).
[4] Το σημείο αυτό αποτελεί παγκόσμιο παράδοξο άνευ προηγουμένου. Κανένα κυρίαρχο κράτος δεν δέχεται μία περιοχή του να χαρακτηρίζεται ως «ουδέτερη»: μπορούν να υπάρχουν μόνο ουδέτερες χώρες όπως η Ελβετία, ή ουδέτερες περιοχές μεταξύ κυρίαρχων κρατών (no man’s land) όπως μεταξύ του Ιράκ και της Σαουδικής Αραβίας, ή η «πράσινη γραμμή» στην Κύπρο, αλλά όχι ουδέτερη περιοχή εντός της επικράτειας ενός κυρίαρχου κράτους.
ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΓΙΑ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ.
ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΑΙ Η ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΔΗΛΑΔΗ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΑΚΤΗ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟΥ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ.