21/12/08

Ο "ΑΓΝΩΣΤΟΣ" ΛΙΜΟΣ ΤΟΥ 1854 ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ



Σε όλη τη διάρκεια της Βενετοκρατίας, η Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Επτάνησα εξαρτούνταν για την τροφοδοσία τους σε σιτηρά από τις εισαγωγές που γίνονταν από τις απέναντι ακτές και ιδιαίτερα από την Πελοπόννησο. Ο 19ος αιώνας δεν έφερε αυτάρκεια σιτηρών στα νησιά, αλλά, λόγω διαφόρων πολιτικών συνθηκών (εγκαθίδρυση Βρετανικής Προστασίας, Ελληνική Επανάσταση), μία γεωγραφική μετατόπιση στις εισαγωγές.
Οι πολιτικές συνθήκες στις αρχές του 19ου αιώνα οδήγησαν τα Επτάνησα στο να εισάγουν τα εξόχως απαραίτητα σιτηρά κυρίως από τις ρωσικές ακτές του Εύξεινου Πόντου. Η σύνδεση της Ιονίου Πολιτείας με τη Ρωσία και η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης που ερήμωσε σχεδόν την Πελοπόννησο, ήταν οι κυριότεροι παράγοντες που οδήγησαν τους Επτανησίους στα νερά της Μαύρης Θάλασσας σε αναζήτηση δημητριακών. Η εκρηκτική ανάπτυξη της διεθνούς ναυτιλίας καθ’ όλον τον 19ο αιώνα συνέτεινε στη λύση αυτή.
Μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα σιτηρά της Ρωσίας έρεαν σε μεγάλες ποσότητες στα επτανησιακά λιμάνια υπό το κρατικό μονοπώλιο, δημιουργώντας μία αίσθηση αφθονίας και ευημερίας που τα νησιά δεν είχαν ποτέ ζήσει κατά τη διάρκεια της Βενετικής κυριαρχίας. Παρά ταύτα, υπήρξαν δύο τουλάχιστον περιπτώσεις κατά τις οποίες η ροή των σιτηρών διεκόπη, με αποτέλεσμα οι Επτανήσιοι να αντιμετωπίσουν οξύ το φάσμα της πείνας.
Η τελευταία ήταν κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι Τούρκοι, σύμμαχοι των Κεντρικών Δυνάμεων, έκλεισαν τα Στενά, απαγορεύοντας τη ναυσιπλοΐα από και προς τις ρωσικές ακτές. Η Κέρκυρα που τότε βρισκόταν υπό την κατοχή των δυνάμεων της Αντάντ, υπέφερε πολύ από την έλλειψη τροφίμων, ακόμη δε και αυτών των απολύτως απαραίτητων σιτηρών.
Η πρώτη φορά πάντως (και πολιτικά πιο σημαντική) που οι εισαγωγές ρωσικών δημητριακών διεκόπησαν, ήταν στα μέσα της δεκαετίας του 1850, κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1854-56). Τότε, οι δυτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις, με προεξάρχουσες τη Βρετανία και τη Γαλλία, στην προσπάθειά τους να προστατέψουν την παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, είχαν κηρύξει τον πόλεμο στη Ρωσία και είχαν μεταφέρει τις πολεμικές επιχειρήσεις στη χερσόνησο της Κριμαίας.
Ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, τα Επτάνησα, εντελώς ξαφνικά, αντιμετώπισαν τον λιμό. Μισό αιώνα περίπου από τη θριαμβευτική εγκαθίδρυση του βρετανικού προτεκτοράτου που υποσχόταν ευημερία και πρόοδο στα νησιά, η πείνα ήρθε να προστεθεί στα πολλά προβλήματα που είχαν συσσωρευτεί από την αμφιλεγόμενη βρετανική διοίκηση. Άλλωστε, στον τομέα της γεωργικής οικονομίας, η βρετανική διοίκηση είχε αποτύχει να προστατέψει την εγχώρια παραγωγή ελαιολάδου και σταφίδας που είχε πληγεί από ασθένειες.
Ιδιαίτερα την πρώτη χρονιά του πολέμου, η κατάσταση ήταν πραγματικά τραγική, υποχρεώνοντας ακόμη και τους «μακρινούς» Αμερικανούς να σχολιάσουν το ζήτημα μέσω των Τάιμς της Νέας Υόρκης:

Λιμός στις Ιονίους Νήσους (μετάφραση)

...Το ξέσπασμα του Ανατολικού (Κριμαϊκού) Πολέμου έχει εντείνει τα δεινά των κατοίκων (των Ιονίων Νήσων), οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν πλέον να εφοδιάζονται με σιτηρά από την Οδησσό και άλλους ρωσικούς λιμένες, καθώς και ότι η συγκέντρωση στρατευμάτων στην Ευρωπαϊκή Τουρκία έχει καταστήσει σχεδόν αδύνατη την προμήθεια αραβοσίτου ή άλλου είδους τρόφιμα από αυτήν την περιοχή. Το Ιονικό Προτεκτοράτο, το οποίο ανήκει στη Βρετανία από το 1815, εκτείνεται σε περισσότερες από επτά νήσους, με περίπου 220.000 κατοίκους και αποτελεί ένα είδος Δημοκρατίας υπό αριστοκρατική Αρχή... Πρωτεύουσα είναι η Κέρκυρα, μία βρετανική στρατιωτική βάση, ενώ περίπου 4.000 βρετανοί στρατιώτες φρουρούν τις νήσους.... Σύμφωνα με δηλώσεις, ένας αριθμός των κατοίκων... είναι πιθανό να αποβιώσει από τον λιμό... και ο κόσμος θα αναρωτηθεί πώς ένα έθνος που αγέρωχα αυτοπροβάλλεται για τη δύναμη, την αξιοπρέπεια, τη φιλανθρωπία του και τόσα άλλα, μπορεί να επιτρέπει οι υπήκοοί του να βυθίζονται σε τέτοια έσχατη ένδεια ώστε να προβαίνουν σε εκκλήσεις προς την αγαθοεργία ξένων για την υποστήριξη που δίκαια περιμένουν από τους αποκαλούμενους προστάτες τους. Τα δεινά αυτών των φτωχών νησιωτών αποτελούν όνειδος για τη Μεγάλη Βρετανία.... Θα ήταν καλύτερο να σπεύσουν στις ηπειρωτικές περιοχές και να ενωθούν με τους Έλληνες επαναστάτες, πολεμώντας κατά των Τούρκων και των Δυτικών Δυνάμεων. Ο πόλεμος παρέχει πολύ ευνοϊκότερες ευκαιρίες από τον λιμό.

New York Times, 9 Ιουνίου 1854

Ο αμερικανός δημοσιογράφος χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα ψέγοντας τη βρετανική Διοίκηση των Επτανήσων, αναπαράγοντας τα επιχειρήματα πολλών νησιωτών. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά τα πράγματα, όμως, όταν η Προστασία έφερε το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την κατάσταση; Ο Κριμαϊκός Πόλεμος ήταν οπωσδήποτε μία αρνητική συγκυρία, αλλά οι Βρετανοί και η Ιονική Κυβέρνηση όφειλαν να έχουν θωρακίσει το κράτος με μηχανισμούς ικανούς να ελαχιστοποιήσουν τις παρενέργειες τέτοιων κρίσεων.
Αντί αυτού, η προμήθεια των σιτηρών για δεκαετίες αποτελούσε κρατικό μονοπώλιο, οδηγώντας τους εντόπιους εμπόρους σε διακοπή των εργασιών τους. Τις παραμονές του πολέμου, εντελώς άκαιρα, αποφασίστηκε η άρση του μονοπωλίου και η ανάθεση των προμηθειών σε σιτηρά στους ιδιώτες. Αυτοί όμως δεν μπορούσαν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να αναπτύξουν εμπορικά δίκτυα με τις σιτοπαραγωγικές περιοχές, πόσο μάλλον με εναλλακτικούς προμηθευτές.
Ως εκ τούτου, δεν ήταν αδικαιολόγητη η όξυνση των πνευμάτων κατά της Βρετανικής Προστασίας και η τάση για ανυπακοή. Ο λιμός του 1854 ήταν ένας από τους παράγοντες που οδήγησαν στην άνοδο των Ριζοσπαστών και τη δυναμικότερη διεκδίκηση της Ένωσης με την Ελλάδα από τους Επτανησίους.

Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΣΤΟΛΟΣ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ ΤΟ 1890




Είναι γνωστό ότι η Κέρκυρα θεωρούταν και θεωρείται ως ένα από τα πλέον στρατηγικά σημεία στη Μεσόγειο. Από την Αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας, όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις κατέβαλλαν και καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες προκειμένου να αποκτήσουν ένα μικρό έστω έρεισμα στη νήσο που δεσπόζει της εισόδου της Αδριατικής και στέκει ως κρηπίδωμα απέναντι από τις ακτές της νότιας Βαλκανικής.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδουν στο νησί μας οι Δυνάμεις εκείνες που θεωρούνται «ναυτικές» ή επιθυμούν να αναδειχθούν ως τέτοιες. Η Γένουα και η Βενετία έριζαν για αιώνες ως επίδοξες κυρίαρχοι, όπως η Βρετανία και η Γαλλία μερικές εκατονταετίες αργότερα. Η ίδια «ναυτική» αξία επεφύλαξε στους Κερκυραίους μεγάλες περιπέτειες, τόσο στον Πρώτο, όσο και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μεταπολεμικά, είναι χαρακτηριστική η επιμονή της Βρετανίας να αναγνωριστεί το Στενό της Κέρκυρας ως «ουδέτερο» και ελεύθερο για τη ναυσιπλοΐα. Λίγο αργότερα οι Αμερικανοί εγκατέστησαν βάση πυρηνικών υποβρυχίων στην Παλαιοκαστρίτσα, καθιστώντας έτσι την Κέρκυρα προκεχωρημένο φυλάκιο του ΝΑΤΟ, εξασφαλίζοντας την άμυνα της Ιταλίας. Όμως, αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ έκαναν αισθητή την παρουσία τους στην περιοχή...
Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο (1861-1865), οι ΗΠΑ εμφανίζονται ισχυρότερες από ποτέ στη μέχρι τότε ιστορία τους. Παρά ταύτα, απείχαν κατά πολύ από το να χαρακτηριστούν ως Μεγάλη Δύναμη. Βεβαίως, είχαν λύσει τα εσωτερικά τους προβλήματα, η οικονομία τους είχε ομογενοποιηθεί, η βιομηχανία τους είχε πραγματοποιήσει ένα θεαματικό άλμα, αλλά η στρατιωτική τους ισχύς ήταν αρκετά περιορισμένη και προσανατολισμένη στην κατάκτηση της «Άγριας Δύσης».
Με βάση τα παραπάνω, ο ερευνητής αισθάνεται έκπληξη, όταν διαπιστώνει ότι το Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό, τον Μάρτιο του 1890, πραγματοποίησε άσκηση και βολές στις ακτές της Κέρκυρας! Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στους Times της Νέας Υόρκης στις 20 Απριλίου 1890, είναι αρκετά αποκαλυπτικό για το περιεχόμενο της άσκησης, όχι όμως και για τους σκοπούς της. Ακολουθούν αποσπάσματα του άρθρου σε μετάφραση:

Η (ναυτική) μοίρα στη Κέρκυρα
Άσκηση προσβολής στόχων σε ιστορική τοποθεσία
...............................................................................

Ναυτική Μοίρα Evolution (Εξέλιξη), Κέρκυρα, Ιόνιοι Νήσοι, 30 Μαρτίου... Ελιγμοί μοίρας ήταν προγραμματισμένοι για τις απογευματινές ώρες. Παράταξη γραμμής, παράταξη σε μονό ζυγό και εναλλαγή μετώπου εκτελέστηκαν υπό διάφορες περιπτώσεις...
Την Τρίτη, 25η (Μαρτίου), πραγματοποιήθηκε η άφιξη της Μοίρας στην Κέρκυρα... Δεν θα μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερη τοποθεσία για ναυτικά γυμνάσια... Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το αντικείμενο της παρουσίας της Μοίρας εδώ είναι η άσκηση προσβολής στόχων από τα μεγάλα (πυροβόλα) και τα μικρά (ατομικά) όπλα, φυσικά με την άδεια της Ελληνικής Κυβέρνησης. Το πεδίο βολής των μεγάλων όπλων (πυροβόλων) βρίσκεται στα Νοτιοανατολικά της Ακρόπολης της Κέρκυρας (Παλαιό Φρούριο). Ευθέως και κατά μήκος του Στενού, στην κατεύθυνση του Ιερονησίου, υπάρχει μία ανοικτή έκταση δεκαέξι μιλίων....
Τα πεδία βολής των μικρών (ατομικών) όπλων βρίσκονται στο νησί του Βίδου. Επί του παρόντος υπάρχουν τρία και, παρ’ ότι το νησί είναι μικρό, μισό επί τρία τέταρτα του μιλίου στις βασικές του διαστάσεις, τα πεδία βολής είναι απολύτως προφυλαγμένα το ένα από το άλλο. Το πεδίο βολής Νο 1 βρίσκεται κατά μήκος της «κορυφογραμμής», κοντά στο παροπλισμένο Fort George (Οχυρό του Γεωργίου). Το Νο 2 είναι μία μικρή κοιλάδα στην πίσω πλευρά του νησιού, και το Νο 3 βρίσκεται στη βορειοδυτική άκρη....
New York Times, April 20, 1890

Η Μοίρα Evolution του Αμερικανικού Ναυτικού αποτελούταν από τα καταδρομικά USS Atlanta, USS Boston, USS Chicago, USS Yorktown το διαβιβαστικό σκάφος USS Dolphin. Τα πλοία αυτά ήταν το καμάρι του πολεμικού ναυτικού των ΗΠΑ, καθώς θεωρούνταν ως τα πλέον σύγχρονα. Ήταν θωρακισμένα με χαλύβδινες πλάκες και κινούνταν τόσο με ιστία, όσο και με ατμομηχανές. Η αξία της Μοίρας Evolution φάνηκε μερικά χρόνια μετά την παρουσία τους στην Κέρκυρα, όταν συμμετείχε στη Ναυμαχία της Μανίλα, κατά τον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο το 1898. Στη ναυμαχία αυτή ο Αμερικανικός Στόλος καταβύθισε τον Ισπανικό, έχοντας μόνο έναν νεκρό, και μάλιστα από ...καρδιακή προσβολή!
Η παραπάνω παρουσία των αμερικανικών σκαφών στα νερά της Μεσογείου ήταν οπωσδήποτε εντυπωσιακή, αλλά δεν ήταν η πρώτη. Στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν οι Ευρωπαίοι εξαγόραζαν την ασφάλεια των εμπορικών τους πλοίων από τους πειρατές της Μπαρμπαριάς, οι Αμερικανοί είχαν διαφορετική άποψη. Ένας αμερικανικός στολίσκος εισέπλευσε στη Μεσόγειο και με τα όπλα ανάγκασε τους μπαρμπαρινούς πειρατές να εγκαταλείψουν την μέχρι τότε προσοδοφόρα ενασχόλησή τους. Η επιχείρηση αυτή που ήταν η πρώτη των Αμερικανών στη σφαίρα των ευρωπαϊκών συμφερόντων, αποτέλεσε πάντως το έναυσμα για την οριστική αντιμετώπιση ενός προβλήματος που ταλαιπωρούσε τους Ευρωπαίους για αιώνες.

ΚΑΤΑΠΑΤΗΜΕΝΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ (16ος αι.)



Κατόπιν της ανταπόκρισης του άρθρου της προηγούμενης εβδομάδας, θεωρήθηκε σωστό να συνεχιστεί το θέμα της περιουσίας των μονών του Αγίου Όρους στην Κέρκυρα κατά τους περασμένους αιώνες. Και αυτό γιατί η Μονή Βατοπεδίου δεν ήταν η μόνη που διέθετε ακίνητα στο νησί μας.
Έχουμε ήδη αναφερθεί στο γόητρο που απολάμβαναν τα αθωνικά μοναστήρια στην Κέρκυρα, όπως και σε όλες τις ορθόδοξες περιοχές. Από την εποχή του Πέτρου του Αθωνίτη (8ος αι.), ο οποίος κατά την παράδοση ήταν ο πρώτος ασκητής του Αγίου Όρους, η αθωνική πολιτεία αναδείχθηκε σε κέντρο της Ορθοδοξίας, έναν τόπο πνευματικό, ο οποίος προσέλκυε πολλούς πατέρες από ολόκληρη την ανατολική Χριστιανοσύνη. Για τον λόγο αυτό προικίστηκε πλουσιοπάροχα από τους Βυζαντινούς, Σέρβους και Βουλγάρους εστεμμένους, το παράδειγμα των οποίων ακολούθησαν και οι λαοί τους.
Το Άγιο Όρος, απέκτησε μεγάλη φήμη μετά την εγκαθίδρυση των μονών και των σκητών, η στάση των οποίων πολύ εκτιμήθηκε κατά την περίοδο μετά την 4η Σταυροφορία και την ανάδειξη των Καθολικών σε κυρίαρχη δύναμη στην Βαλκανική. Κατά πολλούς η άκαμπτη στάση των μοναχών του Άθωνα ήταν ο βασικός παράγοντας διατήρησης του ορθοδόξου δόγματος από τους Έλληνες, που με βάση την πίστη τους διέσωσαν και την ιδιαίτερη πολιτισμική τους ταυτότητα κατά τα δύσκολα χρόνια της Φραγκοκρατίας.
Τα παραπάνω απετέλεσαν και τους κυριότερους λόγους για τους οποίους οι Κερκυραίοι, ακόμη και μετά την προσχώρησή τους στη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου, συνέχισαν να εκτιμούν τις Αγιορείτικες μονές και συχνά να αφιερώνουν μέρος τις περιουσίας τους σε αυτές. Ακόμη κι αν την εποχή εκείνη η «εθνική συνείδηση» ήταν πολύ διαφορετική από το πώς την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, ήταν γενικά αντιληπτό ότι η ενίσχυση της δράσης της Ανατολικής Εκκλησίας και των μοναστικών ιδρυμάτων αποτελούσε στην πραγματικότητα πράξη «εθνικού» προσδιορισμού.
Όπως έχουμε ήδη αναφέρει στο άρθρο της περασμένης εβδομάδας, οι βιοποριστικές και οικονομικές ανάγκες των μονών ήταν αυξημένες, ειδικά για τις περιόδους που ο πληθυσμός του Άθωνα αριθμούσε μερικές χιλιάδες μοναχών[1]. Κι αν συχνά θεωρούμε ότι οι χιλιάδες στρεμμάτων γης και τα άλλα ακίνητα που ανήκαν στα μοναστήρια ήταν ικανά, όχι μόνο να εξασφαλίσουν τα προς το ζην των μοναχών, αλλά να τους παρέχουν και κάποιες πολυτέλειες, πρέπει να αναλογιστούμε ότι στις εποχές εκείνες που ταράζονταν από καταστροφές και πολέμους και που οι αποστάσεις λειτουργούσαν απαγορευτικά για τον έλεγχο της απομακρυσμένης περιουσίας, αυτές οι ιδιοκτησίες λίγα μόνο προσέφεραν στους μοναχούς.
Ως προς το παραπάνω, υπάρχουν αρκετά τεκμήρια, μερικά από τα οποία βρίσκονται και στο Ιστορικό Αρχείο της Κέρκυρας. Ένα από αυτά, των μέσων του 16ου αιώνα, είναι αποκαλυπτικό σχετικά με τις αποδόσεις των ακινήτων της Μονής της Μεγίστης Λαύρας στην Κέρκυρα.

Ορισμός επιτρόπου για τη διαχείριση της περιουσίας της Μεγίστης Λαύρας στην Κέρκυρα (16ος αι.)

† αφμζ΄ (1547), ημέρα ι΄ (10η) του Μαΐου μηνός....
Επειδή οι παρόντες Τιμιότατοι Πατέρες κυρ Θεοφάνης Ιερομόναχος και Πνευματικός Πατήρ και Πρωτοσύγγελος εκ της Σεβασμίας και Βασιλικής μονής του Αγίου Αθανασίου εκ της Αγίας Λαύρας[2], μετά και του μοναχού κυρ Διονυσίου, ως απεσταλμένοι παρά του Οσιοτάτου και Τιμίου κυρίου Κυπριανού Ιερομονάχου και Καθηγουμένου της άνωθεν μονής εις το ειδούν διά τα όσα ψυχικά αφιέρωσαν από καιρού εις καιρόν οι Χριστιανοί εις την άνωθεν μονήν. Και ελθόντων αυτών ερεύνησαν, και από όσα διαλαμβάνει το κατάστιχον αυτών εύρον αυτά αναλωμένα από καρόν και μόνον κόπους κενούς και αργείας έχουσι, και τίποτις δεν απολαμβάνουν διά το άνωθεν μοναστήριο, και δεν ημπορούν να σταθούν εις τας έξοδες και θέλουν να αποδημήσουν εκ την παρούσαν πόλιν, να απέλθουν εις την άνωθεν μονήν.
Και επειδή ο παρών Τιμιότατος κυρ Άνθιμος μοναχός ο Μουρέλος ευρίσκεται αδελφός εις την άνωθεν μονήν και επίτροπος του μοναστηρίου του Βατοπαιδίου, διά του παρόντος γράμματος[3] ποιούν κομέσιον[4] και επίτροπον ως το ίδιον σώμα αυτών του άνωθεν κυρ Άνθιμου μοναχού, εις όσα ψυχικά έχει η άνωθεν μονή, τόσο από οσπίτια όσο και παν έτερο πράγμα της αυτής μονής. Να επικρατεί αυτά πάντα εις χείρας αυτού, συνάζει και λαμβάνει αυτά, τόσο από νοίκια, ψυχικά και παν έτερο, ως το ίδιο σώμα του άνωθεν Τιμιοτάτου Καθηγουμένου αυτών, και πάσα δικαιώματα της αυτής μονής από κάθε τρόπου και στράταν, με τοιούτον τρόπον, ότι να οφείλη ο ειρημένος κυρ Άνθιμος να κρατεί εγγράφως από ήτι θέλει σκουδάρει[5] και λάβει. Και εις πάσαν καιρόν όπου ήθελαν έλθουν εκ τους πατέρες της άνωθεν μονής, να τους δείχνει λογαριασμόν των εσόδων και εξόδων εγγράφως. Αμήν και κάμει χρείαν να ημπορεί να παρασταθεί και εν κρίση[6] εις το αναζητή και γυρεύει πάσα δικαιολογήματα της άνωθεν μονής. Διά δε μειζωτέραν πίστωση και ασφάλεια εγεγώνι η παρούσα επιτροπική γραφή του έχει το ισχυρόν και βέβαιο.
Μάρτυρες κυρ Σταμάτιος Κορωναίος και κυρ Νικόλαος Μουζάκης παρακεκλημένοι.

ΑΝΚ, Συμβ., Τόμος Γ 54, σ. 602r

Ο 16ος αιώνας ήταν δύσκολος για τις μεγάλες μονές του Αγίου Όρους. Σύμφωνα με την αρχή του βυζαντινού «αλληλεγγύου» που είχε διατηρηθεί, οι πλουσιότερες μονές έπρεπε να πληρώνουν τους φόρους και των φτωχότερων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι μονές της Μεγίστης Λαύρας, του Βατοπεδίου και των Ιβήρων να επωμιστούν το σύνολο σχεδόν των φόρων που επέβαλλαν οι Οθωμανοί, οι οποίοι μάλιστα αυξάνονταν συνεχώς. Το γεγονός αυτό και η γενικότερη κατάσταση της περιοχής, οδήγησε τη Μεγίστη Λαύρα σε μεγάλη παρακμή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, το 1583 «ηγουμενεύοντος του οσίου εν ιερομονάχοις κυρ Μητροφάνους, ήλθεν η Λαύρα εις εσχάτην πτωχείαν, ώστε καταπεσείν το πλείστον μέρος των κελλίων και ουδείς εστιν ανοίξαι τους οφθαλμούς αυτού ιδείν την συμφοράν».
Αυτός ήταν και ο λόγος που οι μοναχοί Θεοφάνης και Διονύσιος ήλθαν στην Κέρκυρα για να αναζητήσουν τα περιουσιακά στοιχεία της Μονής. Δεν κατόρθωσαν να συλλέξουν τίποτα όμως, καθώς η περιουσία της Λαύρας είχε από καιρό καταπατηθεί. Έτσι, εξέδωσαν πληρεξούσιο στον π. Άνθιμο Μουρέλο, στον οποίο αναφερθήκαμε την προηγούμενη εβδομάδα. Οπωσδήποτε, ο π. Άθνιμος, ως ντόπιος και γόνος σημαντικής οικογένειας, είχε περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσει όσα ανήκαν στο μοναστήρι. Παραμένει, ωστόσο, άγνωστο αν τα κατάφερε στην αποστολή που του ανέθεσαν οι Αγιορείτες αδελφοί του.
__________________
Σημειώσεις

[1] Στα τέλη του 16ου αιώνα αναφέρονται περίπου 6.000 μοναχοί (βλ. ∆ωροθέου μοναχού, Το Αγιο Όρος : Μύηση στην ιστορία του και τη ζωή του, τόµ. Β΄, Τέρτιος, σ. 117, σηµ. 6).
[2] Η Μονή της Μεγίστης Λαύρας ιδρύθηκε το 963 από τον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, κατόπιν αποφάσεως του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, ο οποίος προικοδότησε το μοναστήρι με μέρος των λαφύρων που απέσπασε κατά την ανακατάληψη της Κρήτης από τους Άραβες.
[3] Γράμμα: πράξη.
[4] Κο(υ)μέσιος: αντιπρόσωπος, πληρεξούσιος.
[5] Σκουδάρω: υπερασπίζομαι, διαφεντεύω.
[6] Κρίση: δίκη.

Η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ




Σε παλαιότερο άρθρο είχαμε περιγράψει το καθεστώς της εκκλησιαστικής περιουσίας στην Κέρκυρα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά τους υστεροβυζαντινούς αιώνες και την περίοδο της βενετοκρατίας. Ο κανόνας για το νησί μας φαίνεται πως ήταν να αφιερώνονται περιουσιακά στοιχεία –κυρίως γη- στις ενοριακές εκκλησίες, οι οποίες κατά το πλείστον ήταν ιδιωτικές και λειτουργούσαν υπό το καθεστώς της αδελφότητας.
Αν και η Χριστιανική Εκκλησία στους βυζαντινούς χρόνους απέκτησε σιγά-σιγά καθεστώς κρατικού θεσμού λόγω της πολιτικής του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των διαδόχων του, οι ανάγκες της δεν εντάχθηκαν ποτέ στον προϋπολογισμό του αυτοκρατορικού Θησαυροφυλακίου. Όπως και κατά τους πρωτοχριστιανικούς αιώνες, οι λειτουργικές ανάγκες των εκκλησιών καλύπτονταν από τις εισφορές των πιστών. Παρά ταύτα, ήδη από τον 10ο αιώνα πολλοί βυζαντινοί αυτοκράτορες έλαβαν μέτρα για τον περιορισμό του φαινομένου της ολοένα αυξανόμενης εκκλησιαστικής, και κυρίως της μοναστηριακής περιουσίας.
Τι ήταν, όμως, αυτό που ωθούσε τους πιστούς στο να αφιερώνουν την περιουσία τους στις εκκλησίες και τις μονές;
Σε ό,τι αφορά στις ενοριακές εκκλησίες τα πράγματα είναι αρκετά σαφή. Οι θρησκευτικές ανάγκες των χριστιανών μπορούσαν να καλυφθούν μόνο από έναν εφημέριο, ο οποίος για να μπορέσει να επιτελέσει τα καθήκοντά του έπρεπε να έχει πρώτα εξασφαλίσει τα προς το ζην. Ο μεγάλος αριθμός των τακτικών ακολουθιών και των έκτακτων τελετών (γάμοι, βαπτίσεις, κηδείες κ.τ.λ.) απαιτούσαν την πλήρη «απασχόληση» του ιερέα. Ως εκ τούτου, ο εκάστοτε εφημέριος έπρεπε να αμείβεται από τα έσοδα της εκκλησίας, τα οποία τότε ήταν συνήθως γαιοπρόσοδοι (πάκτα, σολδιάτικα κ.τ.λ.).
Παρ’ ότι στα νοταριακά έγγραφα που ανασύρουμε από το Ιστορικό Αρχείο Κερκύρας συναντούμε συχνά πράξεις (διαθήκες, ζωντοβούλια, παραχωρητήρια) αφιέρωσης εκτάσεων γης ή ακόμη και οικιών και λουτρουβιών σε εκκλησίες και μοναστήρια, σπάνια κάποια ενορία ή μονή μπορεί να χαρακτηριστεί «πλούσια». Ευρεία οικονομική άνεση είχαν κυρίως τα προσκυνήματα και οι ναοί κάποιων συντεχνιών. Προβληματισμός εγείρεται, ωστόσο, όταν συναντούμε περιπτώσεις αφιερώσεων σε αθωνικά μοναστικά ιδρύματα.
Πράγματι, αν και θεωρητικά η Κέρκυρα είχε αποκοπεί από τον ελληνικό κορμό λόγω της βενετικής κυριαρχίας και παρά τις προσπάθειες των Βενετών και του Βατικανού να περιορίσουν ή και να εξαφανίσουν την επιρροή των μεγάλων κέντρων της Ορθοδοξίας στο νησί, οι Κερκυραίοι ποτέ δεν απώλεσαν τον ομφάλιο λώρο που τους συνέδεε με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Αθωνική Πολιτεία. Ειδικά με το Άγιο Όρος η επαφή ήταν αρκετά στενή αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες της εποχής.
Πολλοί μοναχοί από τον Άθωνα έρχονταν κατά διαστήματα στην Κέρκυρα επιτελώντας ιεραποστολικό έργο, συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση της ορθόδοξης πίστης των Κερκυραίων και τη θριαμβευτική επιβίωση του ελληνικού πολιτισμού. Αντίστοιχα, δεν ήταν πολύ σπάνιες οι περιπτώσεις Κερκυραίων που επέλεγαν να ενδυθούν το μοναχικό σχήμα και να ασκητεύσουν στο Περιβόλι της Παναγίας. Οι περισσότεροι από αυτούς, κατά τα έθη και τις ανάγκες της εποχής, με την κουρά τους αφιέρωναν κάποιο περιουσιακό στοιχείο στο μοναστήρι τους, το οποίο συνέβαλλε στον προσπορισμό των απαραιτήτων για τη διαβίωση των μοναχών που δεν είχαν άλλα έσοδα.
Μία τέτοια περίπτωση εντοπίζουμε στα κατάστιχα του νοταρίου Κορυφών παπα Μιχαήλ Γκλαβά:

ΑΦΙΕΡΩΣΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ ΑΠΟ ΚΕΡΚΥΡΑΙΟ (16ος αι.)

αφμε΄ (1545), ημέρα ιδ΄ (14η) του Νοεμβρίου μηνός, εντός οίκου Μισέρ Ολιβιέρη Μουρέλου ... εν τω Eμπορίω των Κοριφών, εις την ενορίαν της Υ. Θ. Κεχαριτωμένης. Ο Τιμιώτατος κυρ Άνθιμος ο Μουρέλος, επίτροπος της μονής του Αγίου Όρους του Βατοπεδίου, και ηγούμενος της μονής του Μεγάλου Παντοκράτορος εν τω Γαλησίω Όρη[i], ήγουν της Αναλήψεως, παρών ομολόγησεν την σήμερον μετά του παρόντος Μισέρ Ολιβιέρη Μουρέλου, αδελφού αυτού, διά μέρους αυτού και όνομα Μισέρ Ανδρία ... να πιοίση και γράψη αυτού εις το παρόν ινστρουμέντο ως έφη αυτός ... συνεφώνησε και πακτώνει[ii] προς αυτούς τα δύο μερτικά του Μύλου όπερ είναι εις την Παραποταμιάν της Πινήτζας, λεγόμενος Χορδίας, διά χρόνον έναν ερχαμένον αρχηνόντας από την α΄ (1η) του ερχαμένου μηνός Δεκεμβρίου, διά πάκτος δουκάτα είκοσι και δύο κουρέντι[iii]. Τα οποία δουκάτα είκοσι δύο ομολόγησε ο αυτός κυρ Άνθιμος, ως επίτροπος του άνωθεν μοναστηρίου ότι έλαβε αυτά μετρητά από χειρός του αυτού Μουρέλου ενώπιον εμού νοταρίου....
Μάρτυρες κυρ Δημήτριος Σύφαντος και κυρ Μιχέλης Κεφαλωνίτης, οποίος στέκει εις την ενορίαν του Αγίου Μάρκου.
Α.Ν.Κ., Συμβ., Τόμος Γ 54, σ. 336

Βλέπουμε πως ο Κερκυραίος παπα Άνθιμος Μουρέλος, ηγούμενος της μονής του Παντοκράτορος, μάλλον είχε λάβει το μοναχικό σχήμα από τη μονή Βατοπεδίου και για τον λόγο αυτόν είχε παραχωρήσει τα έσοδα από το μερίδιό του στον οικογενειακό μύλο στις Μπενίτσες. Από άλλη πράξη μαθαίνουμε ότι είχε ακόμη αφιερώσει στο Βατοπέδι και κάποια νοικιασμένα σπίτια που είχε στο Οβριοβούνι, στο Καμπιέλο.
Χωρίς να μπορούμε να αποφανθούμε για την οικονομική κατάσταση του Βατοπεδίου εκείνην την εποχή, είναι γεγονός ότι η πρακτική της «προίκας» που έφερναν στο μοναστήρι (όπως και σε άλλες πολυάνθρωπες μονές) οι νέοι μοναχοί, από τη στιγμή που αυτοί κάποτε έφευγαν από τη ζωή και τη θέση τους έπαιρναν άλλοι, οδήγησε κάποτε στη συσσώρευση μεγάλης έγγειας περιουσίας υπό τον έλεγχο των μοναχών.
Πριν υποθέσει κανείς ότι τα μοναστήρια ήταν πλούσια, πρέπει να σημειώσουμε ότι σε ταραγμένες εποχές (που ήταν πολλές εκείνα τα χρόνια) η έγγεια περιουσία των μοναστηριών δεν απέδιδε πολλά – ενίοτε και τίποτα. Από την άλλη πλευρά, σε ειρηνικές και γόνιμες περιόδους, τα έσοδα ήταν τουλάχιστον υπολογίσιμα, με αποτέλεσμα κάποιοι μοναχοί να ασχολούνται περισσότερο με τη διαχείρισή τους, παρά με τα μοναχικά τους καθήκοντα.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Άγιος Νικηφόρος Φωκάς, ένας αυτοκράτορας – ασκητής, κάποτε αναφώνησε: «Σε ποιον τάχα από τους Πατέρες της Εκκλησίας υπακούουν, ή από που βρήκαν αφορμή για να φτάσουν σε τέτοια περιττά γι’ αυτούς πράγματα και μάταιες επιθυμίες, ώστε να κατέχου άπειρα πλέθρα γης, όμορφα οικοδομήματα, αγέλες ίππων και βοδιών και καμηλών... λογιάζοντας πάντοτε πώς να αποκτήσουν και άλλα... έτσι ώστε ο μοναχικός τους βίος να μη διαφέρει διόλου από τον κοσμικό...»[iv].


__________________

Σημειώσεις


[i] Γαλήσιον Όρος: το βουνό των Αγίων Δέκα, της Αναλήψεως.
[ii] Πακτώνω: ενοικιάζω παραγωγικό ακίνητο περιουσιακό στοιχείο.
[iii] Κουρέντι, ή κουρέντε, όπως απαντά αλλού: «καθαρά».
[iv] J. & P. Zepos, Jus Graecoromanum, Αθήνα, 1931, Τόμος Ι, σ.σ. 249-50.
ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΓΙΑ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ.
ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΑΙ Η ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΔΗΛΑΔΗ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΑΚΤΗ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟΥ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ.