29/5/09

Ιωάννης Καποδίστριας: ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες όλων των εποχών




Πριν από μερικές ημέρες έληξε ο «διαγωνισμός» τηλεοπτικού σταθμού για την ανάδειξη του μεγαλύτερου Έλληνα όλων των εποχών. Πέρα από το αδόκιμο ιστορικά πρόβλημα που τέθηκε στους τηλεθεατές, ο «διαγωνισμός» αυτός υπήρξε αφορμή για συζήτηση και συλλογισμούς πάνω στην ελληνική ιστορία, ενώ προέκυψαν συμπεράσματα για τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες αντιμετωπίζουν την ιστορία τους, ή πώς μετρούν τις διάφορες προσωπικότητες.
Η τελική κατάταξη δεν επιφύλαξε πολλές εκπλήξεις, εκτός, ίσως, από την παρουσία και τη θέση των Γεωργίου Παπανικολάου, Κωνσταντίνου Καραμανλή και Ιωάννη Καποδίστρια στην τελική δεκάδα. Είναι, βέβαια, κατανοητοί οι λόγοι για τους οποίους οι συμμετέχοντες έφεραν τον γιατρό Γεώργιο Παπανικολάου στη δεύτερη θέση, ενώ μπορεί να γίνει αντιληπτό από τον καθένα ότι ήταν δεδομένη η «υποστήριξη» του Κωνσταντίνου Καραμανλή από τους πρώην ψηφοφόρους του. Τι ήταν αυτό, όμως, που έκανε τους σύγχρονους Έλληνες να τοποθετήσουν τον Ιωάννη Καποδίστρια τόσο ψηλά στις προτιμήσεις τους;
Για τους Επτανησίους ο Καποδίστριας αποτελεί μία από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες που ανέδειξαν τα νησιά. Είναι μία προσωπικότητα οικεία, το έργο του είναι αρκετά γνωστό και η λάμψη του μεγάλη. Για την υπόλοιπη Ελλάδα, όμως, ο Καποδίστριας θα έπρεπε να είναι σχετικά άγνωστος, ένας καλός κυβερνήτης, ο οποίος, όμως δεν κυβέρνησε παρά για λίγα μόλις χρόνια. Μάλιστα, ήταν ένας δημόσιος άνδρας που στάθηκε δίπλα σε «ιερά τέρατα», όπως οι ήρωες της Επανάστασης που είχαν κερδίσει τη δόξα στα πεδία των μαχών, έχοντας να αντιπαραβάλει μία επιτυχημένη καριέρα διπλωμάτη, στην υπηρεσία, όμως μίας ξένης Δύναμης.
Το ήθος, βέβαια, του Καποδίστρια, και η ολόψυχη προσήλωσή του στην ανάσταση της πατρίδας, τον κάνουν να ξεχωρίζει. Η διπλωματική του καριέρα στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας είναι πλέον προφανές ότι δεν στόχευε παρά στην υπεράσπιση των Ελλήνων και τη δημιουργία συνθηκών για την απελευθέρωσή τους. Η ηθική του ξεπερνά κάθε σύγκριση, καθώς ήταν ο μόνος, ίσως, ηγέτης της χώρας μας, ο οποίος, όχι μόνο δεν έλαβε τίποτε από αυτήν, αλλά της αφιέρωσε ολόκληρη την περιουσία του. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση που ο Καποδίστριας αρνήθηκε τη χορηγία που του κατακύρωσε η Εθνοσυνέλευση, δηλώνοντας ότι θα καταβάλει εξ ιδίων τα έξοδα του λειτουργήματός του, όπως και ότι διέθετε το μεγαλύτερο μέρος της σύνταξής του από το ρωσικό υπουργείο εξωτερικών σε ελληνικές κοινωφελείς οργανώσεις.
Η απερίπαστη προσήλωσή του στην οργάνωση της χώρας, η οποία ήταν κατεστραμμένη από τις συγκρούσεις με τους Οθωμανούς και τον Ιμπραήμ, αλλά και τους εμφυλίους πολέμους, ήταν ένα ακόμη χαρακτηριστικό της πολιτικής προσωπικότητας του Καποδίστρια. Είναι γενικά παραδεκτό πλέον ότι ο Κερκυραίος ευπατρίδης δεν επιδίωξε ποτέ να γίνει αρεστός, ούτε στις πολιτικές φατρίες της Ελλάδας, ούτε στις Μεγάλες Δυνάμεις. Ανέλαβε αγόγγυστα όλο το κόστος της επιλογής του αυτής, ακόμη και όταν η μισαλλοδοξία κάποιων έφτανε στο σημείο της πιο εξωφρενικής συκοφαντίας, όπως στην περίπτωση που τον κατηγορούσαν ως «λουθηρανό» αιρετικό, όταν εισήγαγε την πατάτα στην Ελλάδα.
Πάνω από όλα, οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν καταγράψει στη συνείδησή τους τον Καποδίστρια λόγω της ακεραιότητας του χαρακτήρα του, λόγω της πολιτικής και φυσικής του αυτοθυσίας. Η απόφαση να τον κατατάξουν στους μεγαλύτερους Έλληνες όλων των εποχών απηχεί την επιθυμία τους να τον ανάγουν σε παράδειγμα για όλους του πολιτικούς ηγέτες αυτής της χώρας.
Αν, κατά τη γνωστή ρήση, με τη δολοφονία του Κένεντυ οι Αμερικανοί έχασαν την αθωότητά τους, με τη δολοφονία του Καποδίστρια οι Έλληνες νοιώθουν ότι έχασαν την ευκαιρία να χτίσουν την πατρίδα τους σε στέραιες και υγιείς βάσεις.
(το παρόν άρθρο συντάχθηκε από τον Ανδρέα Γραμμένο και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Η Κέρκυρα Σήμερα")

23/5/09

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ 1940-41





Η στρατηγική θέση της Κέρκυρας στην είσοδο της Αδριατικής έχει αναγνωριστεί από πολλούς σε διάφορες περιόδους της Ιστορίας, από τους Βενετούς και τον Μέγα Ναπολέοντα, μέχρι τους αντιμαχόμενους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και σημαντικούς γεωπολιτικούς δρώντες της σύγχρονης εποχής. Ειδικά κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, η κατοχή της Κέρκυρας έπαιξε έναν πολύ ουσιαστικό ρόλο για την εξέλιξη των επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με τα σχέδια του Πράσκα, του Ιταλού διοικητή των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία, ταυτόχρονα με την προσβολή των ελληνικών στρατευμάτων στην Ήπειρο, η μεραρχία «Μπάρι» θα εκτελούσε επιχείρηση απόβασης και κατάληψης της Κέρκυρας. Δυστυχώς για τους Ιταλούς, μία απρόσμενη κακοκαιρία εμπόδισε τον απόπλου των αποβατικών δυνάμεων για μερικές ημέρες, ενώ η επιτυχής άμυνα της VIII Μεραρχίας του Κατσιμήτρου ανάγκασε τον Πράσκα να διατάξει την εμπλοκή της «Μπάρι» στο μέτωπο της Ηπείρου. Δυνάμεις μικρότερες επιπέδου μεραρχίας δεν μπορούσαν να επιχειρήσουν απόβαση, καθώς την Κέρκυρα υπερασπιζόταν το 10ο Σύνταγμα Πεζικού, το Σύνταγμα της Κέρκυρας.
Λόγω της αδυναμίας του ιταλικού στρατού να καταλάβει την Κέρκυρα, η προέλαση της Μεραρχίας «Σιέννα» και της Μεραρχίας Ιππικού ήταν αρκετά συντηρητική, καθώς οι Ιταλοί φοβούνταν προσβολή από την πλευρά της θάλασσας. Επιπλέον, η επιτυχής άμυνα στο Καλπάκι έθετε σε κίνδυνο και το αριστερό τους πλευρό. Ακόμη κι έτσι, όμως, οι δύο φάλαγγες έφτασαν μέχρι το Μαργαρίτι κοντά στην Πάργα. Η καθυστέρηση αυτή έδωσε στον ελληνικό στρατό τον χρόνο να σχηματίσει το «Απόσπασμα Λιούμπα», το οποίο συγκράτησε την ιταλική προέλαση και αργότερα ανέλαβε επιθετικές πρωτοβουλίες.
Μέχρι τις 18 Νοεμβρίου το «Απόσπασμα Λιούμπα» είχε απωθήσει τους Ιταλούς πέραν του Καλαμά, αν και δεν είχε κατορθώσει να αποτρέψει την πυρπόληση της Ηγουμενίτσας από τα υποχωρούντα φασιστικά στρατεύματα. Η ανατροπή της νέας τοποθεσίας αμύνης των Ιταλών στον Καλαμά δεν ήταν εύκολο να επιτευχθεί μόνο από το «Απόσπασμα Λιούμπα». Για τον λόγο αυτόν, το Γενικό Στρατηγείο έδωσε εντολή στο 10ο Σύνταγμα της Κέρκυρας να συγκροτήσει καταδρομική δύναμη επιπέδου λόχου, το οποίο θα απέβαινε στον Κάτω Αετό και θα απειλούσε τα νώτα των Ιταλών. Πράγματι, ο «λόχος θανάτου», όπως τον αποκαλούσαν, με διοικητή τον Λοχαγό Δημήτριο Λατζίδη, εκτέλεσε με επιτυχία την απόβαση και κινήθηκε προς τα ιταλικά στρατεύματα που βρίσκονταν στη Σαγιάδα. Το χάραμα αποκαλύφθηκε ιταλική ενέδρα. Υπέρτερες ιταλικές δυνάμεις με την υποστήριξη πυροβολικού και αεροπορίας επιτέθηκαν στον λόχο Λατζίδη με μεγάλη σφοδρότητα. Αυτό που ακολούθησε ήταν περισσότερο σφαγή, παρά μάχη. Νεκροί έπεσαν 80 περίπου στρατιώτες και τρεις αξιωματικοί , ενώ άλλοι 40 αιχμαλωτίστηκαν. Οι ελάχιστοι που γλύτωσαν σκόρπισαν στις γύρω χαράδρες.
Φαινομενικά η επιχείρηση είχε αποτύχει, αν όμως δούμε πιο ψύχραιμα τα πράγματα, θα αντιληφθούμε ότι το Γενικό Στρατηγείο δεν είχε ως σκοπό να ανατρέψει την ιταλική παράταξη με τη χρήση ενός μόνο λόχου, ο οποίος μάλιστα στερούταν βαρέων όπλων και υποστήριξης. Άλλωστε, δεν είχε καν καταρτιστεί σχέδιο συντονισμένης δράσης με τα άλλα ελληνικά τμήματα στην περιοχή. Ως εκ τούτου είναι προφανές ότι ο στόχος του Γενικού Στρατηγείου ήταν να φοβίσει τους Ιταλούς και να τους εξαναγκάσει να δεσμεύουν σημαντικές δυνάμεις για τη φρούρηση της παραλίας για την αποτροπή παρομοίων ενεργειών. Ως αποτέλεσμα, η συνοχή της άμυνας των Ιταλών στον Καλαμά διασπάστηκε και το «Απόσπασμα Λιούμπα» κατόρθωσε να την ανατρέψει και στις 26 Νοεμβρίου να προωθηθεί μέχρι τα όρη του Τσαμαντά.
Η θυσία των Κερκυραίων του λόχου Λατζίδη, οι οποίοι κυριολεκτικά στάλθηκαν σε μία αποστολή θανάτου, πλήρωσαν με το αίμα τους την επιτυχία της ελληνικής προέλασης στον παραλιακό τομέα του μετώπου της Ηπείρου. Η – έστω βραχύβια – απελευθέρωση των πόλεων της δυτικής Βορείου Ηπείρου, όπως οι Άγιοι Σαράντα και η Κονίσπολη, οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην αυταπάρνηση των Κερκυραίων που τόλμησαν να διεξάγουν μόνοι τους, 200 περίπου άνδρες, τη μόνη καταδρομική επιχείρηση του ελληνικού στρατού στα νώτα των υπέρτερων Ιταλών.
Τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί αν εκείνη η κακοκαιρία δεν είχε εμποδίσει τη μεραρχία «Μπάρι» να εκτελέσει απόβαση στην Κέρκυρα. Σε τέτοια περίπτωση, ανεξάρτητα από τη μαχητικότητα του 10ου Συντάγματος, είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι Ιταλοί θα είχαν καταλάβει την Κέρκυρα. Τότε, με τα νώτα τους εξασφαλισμένα, θα μπορούσαν να προωθηθούν μέχρι την Πρέβεζα και την Άρτα, υπερφαλαγγίζοντας τις δυνάμεις του Κατσιμήτρου. Αυτό άλλωστε είχε προβλέψει στα σχέδιά του το Γενικό Στρατηγείο και γι’ αυτό είχε διατάξει τον Κατσιμήτρο να υποχωρήσει προς την Άρτα. Η άρνηση του Κατσιμήτρου να υπακούσει άλλαξε τη ροή των επιχειρήσεων και έθεσε τις βάσεις για το μεγάλο Έπος του 1940-41. Αν, όμως, η Κέρκυρα είχε καταληφθεί, είναι πιθανόν ότι οι Ιταλοί θα ήταν σε θέση να ανατρέψουν την ελληνική άμυνα.


(Το παρόν άρθρο συντάχθηκε από τον Ανδρέα Γραμμένο και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ἡ Κέρκυρα Σήμερα")

ΟΙ ΚΕΡΚΥΡΑΙΟΙ ΣΤΟΝ Α΄ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ




Το τέλος του Οκτωβρίου περιλαμβάνει μία σειρά εθνικών επετείων, οι οποίες σηματοδοτούν στη μνήμη των Ελλήνων εποχές δόξας και ανάτασης, καθώς αφορούν επεισόδια της Ιστορίας μας κατά τα οποία η Ελλάδα απελευθέρωσε υπόδουλους πληθυσμούς ή υπερασπίστηκε με επιτυχία την εθνική της ακεραιότητα. Ποια ήταν, όμως, η συμβολή των Κερκυραίων σε αυτούς τους αγώνες;
Παρ’ ότι η μνήμες σχετικά με τον θρίαμβο του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940 είναι ακόμη σχετικά νωπές, μια και πολλοί που έζησαν την εποχή εκείνη συνεχίζουν να διηγούνται όσα συνέβησαν. Δεν συμβαίνει, όμως το ίδιο και με τους Βαλκανικούς Πολέμους, αυτή τη συνταρακτική εποποιία που διπλασίασε σε έκταση και πληθυσμό τη χώρα μας και που έδωσε σε εκατομμύρια Έλληνες τη δυνατότητα να ζουν ελεύθεροι, ως πολίτες πλέον και όχι ως υπήκοοι.
Στις τιτάνιες εκστρατείες της περιόδου 1912-13, η Κέρκυρα συμμετείχε με το 10ο Πεζικό Σύνταγμα, το οποίο, από την αρχή μέχρι τον τερματισμό των εχθροπραξιών, συμμετείχε στις πιο λυσσαλέες και αιματηρές μάχες. Οι Κερκυραίοι στρατιώτες πολέμησαν με αυταπάρνηση και υψηλό ηθικό και διακρίθηκαν μεταξύ των υπολοίπων μονάδων του Ελληνικού Στρατού.
Η αρχή έγινε ήδη από την πρώτη και εν πολλοίς καθοριστική μάχη του Σαρανταπόρου. Στις 9 Οκτωβρίου 1912, ο Ελληνικός Στρατός υπό τον Διάδοχο Κωνσταντίνο ξεκίνησε την επίθεσή του κατά των Τουρκικών δυνάμεων στα στενά του Σαρανταπόρου. Δυστυχώς, ο Διάδοχος, είτε από βιασύνη, είτε από αφέλεια και λανθασμένη αντίληψη, διέταξε κατά μέτωπον επίθεση, ενώ ήταν εφικτή η υπερκέραση και περικύκλωση του εχθρού. Σε αυτή την περίπτωση και οι ελληνικές απώλειες θα ήταν σημαντικά μικρότερες, και ο τουρκικός στρατός θα είχε καταστραφεί, πράγμα που θα επέτρεπε ταχύτερη προέλαση των Ελλήνων.
Στο πλαίσιο της ΙΙΙ Μεραρχίας, το 10ο Σύνταγμα, οδηγούμενο από τον Συνταγματάρχη Αναστάσιο Παπούλα, ήρωα του Μακεδονικού Αγώνα και μετέπειτα Αρχιστράτηγο του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία, επιτέθηκε στο κέντρο της εχθρικής παράταξης, στο ίδιο το χωριό του Σαρανταπόρου. Η μάχη ήταν σφοδρή, αφού οι Τούρκοι ήταν καλά οχυρωμένοι. Άλλωστε, είχαν από καιρό προετοιμάσει τις θέσεις τους, έχοντας επιλέξει το Σαραντάπορο ως την κύρια τοποθεσία αμύνης της Δυτικής Μακεδονίας.
Μετά από δύο μέρες σκληρών συγκρούσεων, με σημαντικές απώλειες και από τις δύο πλευρές, οι Τούρκοι αναγκάζονται να υποχωρήσουν προς τα Σέρβια. Αυτή η νίκη ήταν η απαρχή μίας ξέφρενης πορείας του Ελληνικού Στρατού και του 10ου Συντάγματος της Κέρκυρας, ενάντια στον χρόνο. Οι Έλληνες στρατιώτες διήνυσαν 438 χιλιόμετρα σε 34 μόλις ημέρες πολεμώντας και αντιμετωπίζοντας άπειρες άλλες δυσκολίες.
Οι Κερκυραίοι έδωσαν το παρόν σε κάθε μάχη που έλαβε μέρος η μεραρχία τους. Μετά το Σαραντάπορο στα Γιαννιτσά, μετά η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ύστερα οι μάχες στην Πόλιστρα, την Καστοριά, την Κορυτσά, την Κλεισούρα. Στο τέλος, επιστροφή με τα πόδια στην Θεσσαλονίκη, σε αναμονή της Βουλγαρικής επίθεσης.
Σε ένα από τα πολλά χρονικά σημειώματα που άφησε ο Κωνσταντίνος Χυτήρης από τους Κουραμάδες, που συμμετείχε στις επιχειρήσεις του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, περιγράφει τους αγώνες του 10ου Συντάγματος:

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΚΕΡΚΥΡΑΙΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ (1912-13)

Την 5η Οκτωβρίου εκηρύχθη ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Επολέμησαν εκ του χωρίου τούτου [Κουραμάδες] 60 νέοι. Ειν εις και εγώ, δεκανεύς εις τον δέκατον λόχον. Αι μάχαι ήτω πεισματώσεις. Ουδείς, δόξα τω Θεώ, έπαθε, ει μη μόνον ο Γεράσιμος Λαγγαδίτης, όστις απέθανε εις Καστοριά την 29η Νοεμβρίου. Τον θάψαμε εις την Μητρόπολιν, πλησίον του Παύλου Μελά…. Με την δύναμην του Θεού ενικήσαμε κατά κράτος τους Τούρκους. Μάχας το 10ο Σύνταγμα ελάβαμεν εις Σαραντάπορον, Γιανιτσά, Πόλιστρας, και Τέχοβο. Ελευθερώθη όλη η Μακεδονία. Εβαδίσαμε από Κέρκυραν και Βόλον, από Βόλον και Θεσσαλονίκην, Γιαννιτσά, Βέρροιαν, Σέρβια, Καστοριά, Κορυτσά, Φλώρινα, Πολίστρα, Γιάννινα, Πρέβεζα και ολόκληρην Μακεδονία και Ήπειρον.

Οι πρόγονοί μας έδωσαν το αίμα τους και υπέστησαν κόπους και βασάνους για να απελευθερωθεί η ελληνική γη, στη Μακεδονία και την Ήπειρο. Δυστυχώς, οι παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, απέτρεψε την ενσωμάτωση της Βορείου Ηπείρου στον εθνικό κορμό, όμως οι θυσίες των στρατιωτών του 10ου Συντάγματος της Κέρκυρας δεν ήταν μάταιες.
Σε εκείνη τη συγκλονιστική περίοδο, ο άθλος του ελληνικού λαού ήταν πραγματικά απαράμιλλος: η μικρή, φτωχή και αδύναμη Ελλάδα είχε κατορθώσει να αυξηθεί και να καταστεί υπολογίσιμη δύναμη στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο. Ταυτόχρονα, έθεσε τις βάσεις για την οικονομική και κοινωνική της εξέλιξη, τα αποτελέσματα της οποίας φτάνουν έως τις μέρες μας.



(το παρόν άρθρο συντάχθηκε από τον Ανδρέα Γραμμένο και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Η Κέρκυρα Σήμερα")
ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΓΙΑ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ.
ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΑΙ Η ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΔΗΛΑΔΗ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΑΚΤΗ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟΥ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ.