31/7/09

Οι Κερκυραίοι και το λαθρεμπόριο με την Ήπειρο (19ος αι.)




Η γεωγραφική θέση της Κέρκυρας υπαγορεύει τη σύνδεσή της με τις απέναντι ηπειρωτικές ακτές. Η ανάδειξή της, από την αρχαιότητα ήδη, σε μεγάλο αστικό κέντρο και ο σχετικά μεγάλος πληθυσμός της, διαχρονικά ενέτειναν τις επιταγές της Γεωγραφίας.
Από τη στιγμή που η κορινθιακή αποικία της Χερσούπολης αναπτύχθηκε και αναδείχθηκε στον μεγαλύτερο οικονομικό και δημογραφικό πόλο της περιοχής, οι Κερκυραίοι αντιλήφθηκαν ότι έπρεπε να εξασφαλίσουν τη σύνδεση του νησιού τους με τις απέναντι περιοχές, ιδίως δε αυτές της Ηπείρου. Ως αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης, η Κέρκυρα συνδέθηκε με αποικίες, όπως η Επίδαμνος, και εδαφικά εξαρτήματα των Κερκυραίων, όπως το Βουθρωτό και η περιοχή της Σαγιάδας. Η σύνδεση αυτή διατηρήθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα.
Ο οικονομικός φιλελευθερισμός που αναδείχθηκε από τους Διαφωτιστές και διαδόθηκε με τη Γαλλική Επανάσταση, αντισταθμίστηκε από την άνοδο του εθνικισμού. Τα κράτη πλέον προφύλασσαν με επιμέλεια τα οικονομικά τους σύνορα, τόσο για να προστατεύσουν την εγχώρια παραγωγή, όσο και για να εξασφαλίσουν την εισροή εσόδων στα κρατικά ταμεία. Άλλωστε, σύμφωνα με τις νέες τότε αντιλήψεις περί κράτους, οι κυβερνήσεις είχαν επωμιστεί περισσότερες ευθύνες και αρμοδιότητες από ποτέ.
Όσον αφορά στην Κέρκυρα και τη σύνδεσή της με τις ακτές της Ηπείρου, εμφανίστηκαν επιπλέον δυσκολίες, πέρα από αυτές που συνόδευαν το νέο μοντέλο κράτους και τον εθνικισμό. Η Ιστορία το ‘φερε οι απέναντι ακτές να ανήκουν πάντα σε άλλο κράτος από εκείνο στο οποίο ανήκε η Κέρκυρα. Όταν καταλύθηκε η Βενετική Δημοκρατία, οι Γάλλοι και αργότερα οι Βρετανοί δεν ευνοούσαν την άμεση επικοινωνία της Κέρκυρας με την Ήπειρο, είτε γιατί δεν είχαν καλές σχέσεις με τον Αλή Πασά, είτε γιατί έβλεπαν με καχυποψία την επαφή των Κερκυραίων με τους άλλους Έλληνες. Ο κύριος λόγος, πάντως, για τον περιορισμό και τον έλεγχο των οικονομικών δοσοληψιών, ήταν καθαρά δημοσιονομικός.
Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να διεξάγεται άμεσο εμπόριο, αλλά όλα τα εμπορεύματα έπρεπε να περνούν από το τελωνείο, προκειμένου να τους επιβάλλονται οι προβλεπόμενοι δασμοί. Πολλοί Κερκυραίοι, βέβαια, σε αναζήτηση μεγαλύτερου κέρδους, αντιδρώντας παράλληλα στην παράλογη γι’ αυτούς επιβολή υψηλών δασμών στις εξαγωγές προς τις κοντινές ακτές της Θεσπρωτίας και της Β. Ηπείρου, επιδόθηκαν στο λαθρεμπόριο.
Κατά την περίοδο της Βρετανικής Προστασίας και αργότερα, όταν η Κέρκυρα είχε ενωθεί με το Βασίλειο της Ελλάδος, ένα μεγάλο μέρος των αγαθών με τα οποία ασχολούνταν οι λαθρέμποροι του στενού της Κέρκυρας, αποτελούταν από βιομηχανικά προϊόντα, είτε (στην αρχή) βρετανικά, είτε κερκυραϊκά. Διαχρονικά, πάντως, το προϊόν που κυρίως διακινούσαν οι λαθρέμποροι ήταν το κερκυραϊκό λάδι.
Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, η υπό γαλλική επιστασία κερκυραϊκή διοίκηση είχε λάβει μέτρα κατά του λαθρεμπορίου ελαιολάδου από την Κέρκυρα στις απέναντι ακτές, όπως μαρτυρά και το παρακάτω μονόφυλλο της κυβέρνησης:

Μέτρα κατά του λαθρεμπορίου (Κέρκυρα 19ος αι.)[1]

Ο Αμμινιστρατόρος[2] της Διοικήσεως των Κορφών

Διά να συντηρήται το κοινόν πολύτιμον συμφέρον της Δογάνας[3], αι ανώτεραι εξουσίαι επρόβλεψαν σοφώς τα ακόλουθα. Αύτη η Αμμινιστρατσιόνη[4] τιμηθείσα με χωριστάς προσταγάς επάνω εις ταύτην την ζηλωτικήν υπόθεσιν
Κάμνει γνωστά εις τους κατοίκους τα ακόλουθα.
1. Όποιος θελήση να κάμη κοντραπούντον[5] λαδιού και πραγματειών, ευθύς όπου φανερωθή, θέλει κονφισκάρεται[6] όλον το πράγμα ομού με την βάρκαν, εις την οποίαν ήθελεν είναι, και θέλει παιδεύεται[7] αυστηρά.
2. Όποιος φανερώση ένα κοντραπούντον εις την Διοίκησιν ή εντόπιος ταύτης της νήσου ή από την Στεριάν, θέλει λαβαίνη τα τρία τέταρτα του λαδιού και της πραγμάτειας (εβγάζοντας τα έξοδα), φυλασσόμενον μυστικόν το όνομά του, το δε άλλο τέταρτον θέλει μένη εις την Διοίκησιν.
.....................
4. Κάθε λογοτριβή επάνω εις το κοντραπούντον όπου αποβλέπει εις το να μην ισχύουν τα δικαιώματα της Δογάνας, θέλει ακούεται από ταύτην την διοικητικήν Αμμινιστρασιόνην, από την οποίαν θέλει αποφασίζεται εν συντόμω και χωρίς ανακάλεσιν.
Το παρόν και εις τας δύο γλώσσας θέλει τυπωθεί και κολληθή εις τους πολυανθρωποτέρους τόπους της πόλεως και της νήσου.
Κορφοί τη 28 Μαρτίου 1810, ΕΝ
Ο Αμμινιστρατόρος της Διοικ. Βλασσόπουλος
Ο αρχικαγγελάριος[8] Σπ. Δελβινιώτης
_________________________
Σημειώσεις

[1] Το παρόν κείμενο έχει δημοσιευτεί στο Γ.Δ. Μπώκος, Τα μονόφυλλα του κερκυραϊκού τυπογραφείου κατά την περίοδο της γαλλικής κυριαρχίας στα Επτάνησα (1797-1799, 1807-1814), Ιόνιο Πανεπιστήμιο 1998, σ. 192.
[2] Αμμινιστρατόρος: διαχειριστής, διοικών.
[3] Δογάνα: τελωνείο.
[4] Αμμινιστρατσιόνη: διοίκηση.
[5] Κοντραπούντο: λαθρεμπόριο.
[6] Κονφισκάρω: κατάσχω.
[7] Παιδεύω: τιμωρώ.
[8] Αρχικαγγελάριος: αρχιγραμματεύς.
(το παρόν άρθρο συντάχθηκε από τον Ανδρέα Γραμμένο και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Η Κέρκυρα Σήμερα")

26/7/09

Οι Ηπειρώτες και η Κέρκυρα: σχέσεις αιώνων


Όπως συμβαίνει με κάθε νησί, η Κέρκυρα είχε ανέκαθεν ανεπτυγμένες σχέσεις με τις απέναντι ηπειρωτικές ακτές και την ενδοχώρα τους. Οι σχέσεις αυτές ποίκιλαν κατά καιρούς τόσο στο είδος τους, όσο και στην πυκνότητά τους, ανάλογα με την πολιτική κατάσταση στις δύο περιοχές. Άλλωστε, από την αρχαιότητα μέχρι την αυγή του 19ου αιώνα, οι Κερκυραίοι κατείχαν εκτεταμένες ή περιορισμένες κτήσεις στην αντίπερα ακτή: Επίδαμνος, Βουθρωτό, Σαγιάδα, Πάργα.
Η Οθωμανική κατάκτηση της Ηπείρου δεν διέκοψε την επικοινωνία των δύο πλευρών του Ιονίου. Αυτή η επικοινωνία, μάλιστα, αναπτύχθηκε περεταίρω μετά την από κοινού (επανα-)κατάκτηση του Βουθρωτου, της Σαγιάδας και της Πάργας στα τέλη του 15ου αιώνα. Οι Κερκυραίοι είχαν ανάγκη να κατέχουν τις παραπάνω περιοχές, τις δύο πρώτες λόγω των πλουτοπαραγωγικών πηγών τους και τη δεύτερη λόγω της εμπορικής της σημασίας. Αντίστοιχα, οι Ηπειρώτες έβλεπαν την Κέρκυρα ως έναν τόπο οικονομικών ευκαιριών ή ένα καταφύγιο σε περιπτώσεις ανάγκης.
Σε όλη την περίοδο της Βενετοκρατίας (από τα τέλη του 15ου αιώνα που διαθέτουμε ικανοποιητικά στοιχεία), αλλά και αργότερα, μέχρι τις μέρες μας, Έλληνες Ηπειρώτες, Αρβανίτες και Αλβανοί μετοίκησαν στο νησί μας σε μεγάλους αριθμούς, εμπλουτίζοντας και αυξάνοντας τον πληθυσμό του. Οι μετοικήσεις αυτές, βέβαια, σπάνια ήταν μαζικές, πράγμα που ευνόησε την ομαλή και σχετικά σύντομη ενσωμάτωση των νεοφερμένων στην τοπική κοινωνία. Κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα μάλιστα, υπάρχουν αναφορές ότι Ηπειρώτες προσπαθούσαν να ενταχθούν στην τάξη των αριστοκρατών. Αντίθετα από ό,τι υποστήριξε άδικα ο Σπύρος Στούπης (Οι Ξένοι εν Κερκύρα, Δωδώνη), οι μόνιμα εγκατεστημένοι στην Κέρκυρα Ηπειρώτες δεν αντιμετωπίζονταν ως «ξένοι». Ξένοι θεωρούνταν όσοι διέμεναν προσωρινά στο νησί και άρα υπόκειντο σε διαφορετικό καθεστώς: για παράδειγμα, στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής οργάνωσης της Κέρκυρας, δεν είχαν δικαίωμα να εκκλησιάζονται στους άλλους ιδιωτικούς και συναδελφικούς ναούς, οπότε ανεγέρθηκε η Παναγία των Ξένων ώστε να καλύπτονται οι λατρευτικές τους ανάγκες.
Οι περισσότεροι, πάντως, από τους Ηπειρώτες που μετοίκησαν στην Κέρκυρα, ήταν επαγγελματίες και τεχνίτες ικανοί, απαραίτητοι στην τοπική οικονομία και κοινωνία. Συνήθως δε, η τέχνη που κατείχαν ήταν άγνωστη ή ελάχιστα ανεπτυγμένη στο νησί:

Σύμβαση σύστασης συντροφίας από Ηπειρώτες στην Κέρκυρα (18ος αι.)

Εν Χριστού ονόματι αμήν, 1781, Μαρτίου 28.
Εις ένα καμαρίν του οσπίτίου όπου κρατεί εις ενίκιον από τον Ευγενή Š Φώτιον Λισγαρά και κατοικεί ο παρόν Κύριος Μάθιος Δελβινιώτης, καφετιέρης[1] και ρακιντζής[2], αντίκρυς το απαλάτιον[3] της κατοικίας του Ευγενή Š Λισγαρά του ποτέ Ευγενούς Š Δομένιγου, σιμά κατά το σπιτζεριό[4] της Πίνιας, κοντράδα της Εκκλησίας των Αγίων Βασιλείου και Στεφάνου, εσυνάχθησαν οι παρόντες Κύριοι Χρίστος Ιωάννης του ποτέ Ιωάννου από την Άρτα, Στεφανής Χρίστος του ποτέ Χρίστου και Σάββας Γιάννης του ποτέ Ιωάννου Παπαρίζου ήτοι και οι δύο από τα μέρη των Ιωαννίνων. Όλοι και οι τρεις τεχνίτες εις τη δούλευσιν της Γουναρικής, ηυρισκόμενοι και διοριζόμενοι να προσμίνουν δια την δούλευσιν της ιδίας τέχνης τους εδώ εις τους Κορφούς, οίτινες εσυμφώνησαν εν μέσω αυτών και ποιούν με την βοίθειαν και ευλογία του Πλειστοδώρου Θεού ημών την συντροφίαν, όπως ως κάτωθι εξεκαθαρίζεται: (ακολουθούν οι όροι σύστασης της συντροφίας)
Α.Ν.Κ., Συμβ., Τόμος Π 30, φ. 15, σ. 19v

Όπως φαίνεται από το παραπάνω κείμενο, οι τρεις Ηπειρώτες είχαν βρεθεί περιστασιακά στην Κέρκυρα. Παρά ταύτα, ίσως και με την παραίνεση του συντοπίτη τους, Μάθιου Δελβινιώτη, αντιλήφθηκαν την απουσία γουναράδων στο νησί και, κατέχοντας αυτήν την τέχνη, αποφάσισαν να παραμείνουν μόνιμα και να ιδρύσουν μία «συντροφία», δηλαδή εταιρεία γουναρικών.
Σημειώνουμε ότι κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, οι Ηπειρώτες δεν είχαν αποκτήσει ακόμη επώνυμα, αλλά χρησιμοποιούσαν ως τέτοια τα ονόματα των πατέρων τους (π.χ.«Χρίστος Ιωάννης του ποτέ Ιωάννου...»)
____________________
Σημειώσεις

[1] Καφετιέρης: (μάλλον) πλανόδιος παρασκευαστής και πωλητής καφέ.
[2] Ρακιντζής: παρασκευαστής και πωλητής ρακής.
[3] Απαλάτιον: πολυώροφο οίκημα.
[4] Σπιτζεριό: φαρμακείο
(το παρόν άρθρο συντάχθηκε από τον Ανδρέα Γραμμένο και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Η Κέρκυρα Σήμερα)

3/7/09

Το θαλάσσιο εμπόριο της Κέρκυρας κατά τον 16ο αιώνα



Η Κέρκυρα, ήδη πριν την προσχώρηση του νησιού στη Βενετική Δημοκρατία αποτελούσε έναν πολύ σημαντικό διαμετακομιστικό εμπορικό σταθμό για τα προϊόντα που όδευαν από τα λιμάνια της Ανατολής προς τον μυχό της Αδριατικής και από εκεί προς τις αγορές της Ευρώπης. Μετά το 1386, ο χαρακτήρας αυτός του νησιού αναβαθμίστηκε, αν και οι εξαγωγές των εγχώριων προϊόντων δέχτηκαν ένα ισχυρό πλήγμα.
Από τους πρώτους χρόνους της βενετικής κυριαρχίας, φάνηκε ότι οι Βενετοί είχαν ως σκοπό την εκμετάλλευση της Κέρκυρας για την επίτευξη των εμπορικών τους στόχων: οι νέοι κυρίαρχοι πέτυχαν να δημιουργήσουν στο νησί έναν πλήρη διαμετακομιστικό εμπορικό σταθμό, χάρη στην ασφάλεια που πρόσφερε το λιμάνι της πόλης, αλλά και λόγω της εξαιρετικής θέσης του νησιού στην είσοδο της Αδριατικής. Τα πλοία που κινούταν από τα αδριατικά λιμάνια της Ιταλίας και της Δαλματίας προς τον Λεβάντε και αντίστροφα, έβρισκαν στην Κέρκυρα ένα ιδανικό καταφύγιο από τους καιρούς και τους πειρατές, καθώς και άρτιους μηχανισμούς εφοδιασμού.
Επιπλέον, η Κέρκυρα προσέφερε περισσότερα κέρδη στο βενετικό εμπόριο, καθώς οι Βενετοί είχαν επιβάλει τον νόμο της «γραμμής της θάλλασσας». Σύμφωνα με αυτόν, τα κερκυραϊκά προϊόντα, δηλαδή το κρασί, το ελαιόλαδο, το αλάτι, τα ψάρια και το βελανίδι, δεν μπορούσαν να εξαχθούν κατευθείαν σε τρίτες χώρες. Έπρεπε πρώτα να οδεύσουν στη Βενετία, όπου κατέβαλαν δασμούς, και ύστερα να εξαχθούν ως βενετικά προϊόντα.
Η πολιτική αυτή απετέλεσε για αιώνες έναν ασφυκτικό βραχνά για την ανάπτυξη της κερκυραϊκής οικονομίας, αλλά και φραγμό στην κοινωνική εξέλιξη του νησιού. Οι περιορισμοί στο εμπόριο ευνοούσαν μόνο τους Βενετούς, καθώς και κάποιους ισχυρούς Κερκυραίους, εμποδίζοντας την οικονομική ανέλιξη των πολλών, άρα και την διεύρνση της κοινωνικής κινητικότητας στην Κέρκυρα. Συγκεκριμένα, η πολιτική αυτή εμπόδισε τη φυσιολογική ανάπτυξη και την ευρωστία της αστικής τάξης, ικανοποιώντας έτσι και τις επιδιώξεις των Κερκυραίων αριστοκρατών που απέβλεπαν στη διηνεκή εξασφάλιση των αποκλειστικών προνομίων τους.
Κατά διαστήματα, πάντως, οι Κερκυραίοι ζητούσαν την κατάργηση της «γραμμής της θάλασσας», χωρίς αποτέλεσμα, όμως. Μόνη εξαίρεση κατά τον 16ο αιώνα υπήρξε η άρση του νόμου για ένα μικρό χρονικό διάστημα μετά την επιδρομή των Οθωμανών το 1537. Στο διάστημα αυτό οι Βενετοί επέτρεψαν μερικώς την απευθείας εξαγωγή κερκυραϊκών προϊόντων με σκοπό την τόνωση της εγχώριας οικονομίας που είχε πληγεί από την επιδρομή, και οι Κερκυραίοι έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση:

Εμπορικό σύμφωνο από την Κέρκυρα (16ος αι.)

Αφμα΄(1541), 29 Αυγούστου
Την άνωθεν κυρ Μαρίνος Δασκούταρης παρών εκράζεται οφειλέτης του παρόντος κυρ Μάρκου Γαλιέλου, δια δουκάτα 80 κορέντε[i], διά τόσα αυγοτάραχα ηγόρασε εξ αυτού. Και υπόσχεται να του δόση εις το Λέτζιον τόσα σαπούνια, κατά την τιμήν την εκείσε, όσον και μέρος ηυρίσκονται λάδι εκείσε, τόσον όσο να πληρώση τα δουκάτα τα 80, παραδίδοντας το αυτό σαπούιον και λάδι εκείσε ελεύθερα από την Δουάναν[ii]. Και να εννοόνται τα άνωθεν αυγοτάραχα εις δουκάτα 80, αρίζικο του άνωθεν κυρ Μάρκου, έως ώτου να τα παραδόση τα αυτά αυγοτάραχα εις το Σάνκτο Σαλτάδο εις την γην και λαμβάνοντας τα αυγοτάραχα να οφείλη ο αυτός μαστρο Μαρίνος τότε να δόση το σαπώνιον και λάδι αν ευρεθή.
Μάρτυρες παπα Νικόλαος Μόσχος και κυρ Νικόλαος Βατάτζης.
Α.Ν.Κ., Τόμος Μ 181, σ. 264r

Ο Μάρκος Γαλιέλος, γνωστός γαιοκτήμονας και έμπορος της εποχής (υπάρχουν ακόμη τοπωνύμια «στου Γαέλου» σε αγροτικές περιοχές της Μέσης Κέρκυρας) αντάλλαξε αυγοτάραχο με σαπούνι και λάδι ονομαστικής αξίας 80 δουκάτων με τον Μαρίνο Δασκούταρη από το Λέτσε της Απουλίας. Είναι προφανές από το παραπάνω έγγραφο ότι η παραγωγή των ιχθυοτροφείων της Κέρκυρας και του Βουθρωτού κατόρθωσε να ανακάμψει σχετικά σύντομα μετά την καταστροφική επιδρομή του 1537, αλλά δεν συνέβη το ίδιο και με την παραγωγή ελαιολάδου, καθώς οι επιδρομείς είχαν κάψει μεγάλο μέρος των κερκυραϊκών ελαιώνων.


________________

Σημειώσεις


[i] Κορέντε: «καθαρά».
[ii] Δουάνα ή Δογάνα: τελωνείο.


(το παρόν άρθρο συντάχθηκε από τον Ανδρέα Γραμμένο και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Η Κέρκυρα Σήμερα")
ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΓΙΑ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ.
ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΑΙ Η ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΔΗΛΑΔΗ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΑΚΤΗ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟΥ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ.