Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανακοινώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανακοινώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2/9/08

Η ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ ΤΟ 1537. ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΠΤΥΧΕΣ

Στο πλαίσιο της επισταμένης έρευνας που διεξάγουμε στο Ιστορικό Αρχείο Κερκύρας για τη συλλογή ιστορικών στοιχείων, σχετικά με την τοπική ιστορία του χωριού των Καλαφατιώνων, που πρόκειται να εκδοθεί στο κοντινό μέλλον με πρωτοβουλία του Πολιτιστικού Συλλόγου, εντοπίσαμε μερικά έγγραφα διαφόρων νοταρίων του 16ου αιώνα, στα οποία γίνεται νύξη για τη μεγάλη συμφορά που βρήκε τότε τον τόπο μας. Τα στοιχεία αυτά αφορούν στη βάρβαρη επιδρομή των Τούρκων κατά τον Αύγουστο του 1537, και τις επιπτώσεις που είχε αυτή στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης και στους Καλαφατιώνες ειδικότερα.
Πρόκειται για μια αιματηρή και δραματική περιπέτεια που έζησαν οι άμεσοι πρόγονοί μας, η οποία στους περισσότερους είναι ελάχιστα ή και καθόλου γνωστή. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Πολιτιστικός φορέας του χωριού, στο πλαίσιο του εορτασμού της 25ης Μαρτίου, της επετείου του εθνοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων κατά των Τούρκων, θεώρησε σκόπιμο να μας καλέσει να δημοσιοποιήσουμε όσα στοιχεία ήρθαν στο φως κατά τη διάρκεια των ερευνών μας σχετικά με την εν λόγω περίοδο.
Για να γίνουν, όμως, πιο κατανοητά αυτά που θα αναφέρουμε στη συνέχεια, θεωρήσαμε σκόπιμο να ανατρέξουμε στην υπάρχουσα βιβλιογραφία όσο αυτό είναι απαραίτητο για τη σκιαγράφηση των συνθηκών που οδήγησαν στα δραματικά γεγονότα στα οποία θα αναφερθούμε. Πρόκειται για το έργο «Αποδημίες», του Κερκυραίου Νίκανδρου Νούκιου, ο οποίος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της επιδρομής, και περιγράφει τα όσα έζησε με ιδιαίτερη γλαφυρότητα. Το έργο, βέβαια, είναι γραμμένο στην αρχαία αττική διάλεκτο που χρησιμοποιούσαν εκείνη την εποχή οι λόγιοι, και η οποία είναι αρκετά δυσνόητη για τον σύγχρονο Έλληνα. Για τον λόγο αυτόν, θα χρησιμοποιήσουμε τη μετάφραση του αείμνηστου συντοπίτη μας Γεράσιμου Χυτήρη, ο οποίος απέδωσε την αφήγηση του Νούκιου στη δημοτική, τη σχολίασε και την εμπλούτισε με επιπλέον ιστορικά στοιχεία.
«Έχει τι δεινόν ισχύος θράσσος». Με τα λόγια αυτά ξεκινά τον πρόλογό του ο Γεράσιμος Χυτήρης, και συνεχίζει: «Μια συμμαχία του σταυρού με το μισοφέγγαρο κατά του σταυρού στον 16ο αιώνα, κατέληξε σε βάρος αθώων ελληνικών πληθυσμών. Η συμμαχία κλείστηκε ανάμεσα στον Φραγκίσκο Α΄ της Γαλλίας και τον Σουλτάνο Σουλεϊμάν Β΄ τον Μεγαλοπρεπή, και στρεφόταν κατά του Καρόλου Ε΄ βασιλιά της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Ισπανίας και από τα 1529 Αυτοκράτορα του Ρωμαϊκού κράτους. Τα Εφτάνησα βρίσκονταν τότε κάτω από τη βενετσιάνικη κυριαρχία. Έφτανε για τον Σουλτάνο η υποψία πως τα βενετσιάνικα καράβια βοηθούσανε τον στόλο του Καρόλου για να κινηθεί σε πολεμική προπαρασκευή, υπολογίζοντας και τη Βενετία σαν πολέμια.
Έτσι, ξεκίνησε την Άνοιξη του 1537 από την Κωνσταντινούπολη με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, πέρασε την Θράκη, διέσχισε την Μακεδονία, μπήκε στην Αλβανία και στρατοπέδευσε στην Αυλώνα. Τον ίδιο καιρό, ο πολεμικός στόλος, 400 καράβια εξοπλισμένα με 3000 κανόνια, έβγαινε από τον Ελλήσποντο. Τον συνόδευαν τα βοηθητικά, φορτωμένα πολεμοφόδια, πολεμικές μηχανές της εποχής εκείνης, ζωοτροφές και στρατό συμπληρωματικές δυνάμεις από 25000 πεζούς, καβαλάρηδες και γενίτσαρους. Στόλαρχος, ο γαμπρός του Σουλτάνου, Λουφτή Πασάς, με υπαρχηγό τον τρομερό κουρσάρο Χαϊρεντίν τον Κοκκινογένη (Μπαρμπαρόσα).



Ο Σουλτάνος, ύστερα από σύσκεψη με τους αρχηγούς των δυνάμεών του, Λουφτή Πασά, Χαϊρεντίν και Γιανουσή Μπέη, τον Αύγουστο στην Αυλώνα, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Βενετίας. Αμέσως οι πεζοί άφησαν την Αυλώνα, πέρασαν από το Αργυρόκαστρο και ήρθαν και στρατοπέδευσαν στα ηπειρωτικά παράλια, αντίκρυ στην Κέρκυρα. Ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα με ένα μέρος του στόλου το πρωί της 27ης Αυγούστου, έφτασε με τρία κάτεργα και αγκυροβόλησε στη βορινή άκρη του λιμανιού της Κέρκυρας. Στις 28 ήρθε και ο υπόλοιπος στόλος και πήρε θέση από το λιμάνι ως τα παράλια του Ύψου. Βγήκαν αποσπάσματα που καλύψανε την παράλια ζώνη και φτάσανε ως το προάστιο του Ποταμού.
Στις 29 Αυγούστου αποβιβάστηκαν 25 ακόμη χιλιάδες φανατικοί Γενίτσαροι, Σπαχήδες και Γιαγκάκοι ανατολίτες. Λεηλατήσανε το εμπορικοτεχνικό ξωπόλι, σκοτώσανε όσους βρήκαν μπρος τους, βάλανε φωτιά που για τρία μερόνυχτα θρεφόταν από την ξυλεία των οικοδομών και ξεφόρτωσαν τριάντα κανόνια.
Καλύτερα, όμως, στο σημείο αυτό να αφήσουμε τον ίδιο τον Νούκιο να μας αφηγηθεί τα πράγματα όπως τα έζησε. Επειδή, όμως ο χρόνος μας είναι αρκετά περιορισμένος και δεν μας επιτρέπει την ανάγνωση ολόκληρου του κειμένου, θα περιοριστούμε στα πλέον χαρακτηριστικά αποσπάσματα. Γράφει, λοιπόν ο Νούκιος:
«Ο Χαϊρεντίνης με τις δικές του γαλέρες, αφού αρμένισε ως την πολιτεία, ξεμπαρκάρησε κοντά σ’ αυτήν τον στρατό που είχε μέσα κι από την αντικρυνή Ήπειρο έφερνε κι άλλους. Αφού πέρασε αρκετούς, κυρίεψε τον κατοικημένον τόπο, όξω από την πολιτεία του κάστρου, που συνηθίζουμε να τον λέμε εμπορείο. Αν κι ήτανε μεγάλο και με πολλά σπίτια, όμως απόμενε ατείχιστο. Γι αυτό και δεν ήτανε σε θέση ν' αντισταθούνε στο παραμικρό οι κάτοικοί του.
Αυτοί που βρισκότανε στην πολιτεία και στα φρούρια κι οχυρά, κλείσανε τις καστρόπορτες και τις μπασιές και περιμένανε την πολιορκία. Εκείνοι πάλι, που απομένανε απόξω, τρέξανε για την πολιτεία του κάστρου, μα εκεί, αυτοί που είχανε οριστεί στη φρουρά, τους εμποδίζανε να μπούνε μέσα. Κι όπως δεν είχανε που να πάνε, τρέξανε σ’ έναν ψηλό κάβο, στ’ ανατολικά της πολιτείας, που τον τριγυρίζει η θάλασσα με βάθος μεγάλο κι είναι ασφαλισμένος με ξεκομμένα βράχια, όσο και με το τείχος, που τον χωρίζει από την πολιτεία και τον ονοματίζουνε του Ισιδώρου.
Βρήκανε πιο σωστό να μένουνε όξω στο ξέφωτο, σ’ έναν τόπο ξερό, γεμάτο σκληρές πέτρες, παρά να παραδοθούνε στους βαρβάρους. Άλλοι τους μπαίνανε στα πλεούμενα, που βρισκότανε δεμένα στο λιμάνι και στο μαντράκι, κάμποσοι, πάλι κρυβότανε σ’ άλλες γωνιές, άλλοι από δω και άλλοι από κει, άλλος έτρεχε αλλού, να κυνηγιούνται απόξω από τους βάρβαρους, που τους ήταν οχτροί κι αντίπαλοι, κι από κείνους που βρίσκονταν μέσα στην πολιτεία, και τους πιστεύανε για φίλους, ν’ αποδιώχνονται για να μην αγγίξουν ούτε τα τείχη».
Ο Νούκιος, φορτισμένος από μεγάλη πίκρα και συγκίνηση, συνεχίζει αναφωνώντας:
«Ω, πώς να μη φέρω τη θύμησή μου στη συμφορά, που σ’ έυρηκε, πατρίδα μου χωρίς να δακρύζω; Μα, πώς πάλι, να σε ξεχάσω και να μη γράψω αυτά που είδα με τα μάτια μου; Μακάρι να μην τα είχα δει, γιατί δεν θα ‘χα εντυπωσιαστεί τόσο, αν τα είχα μάθει από άλλον».



Παρακάτω συνεχίζει:«Φάνηκε, που λέτε, καλό στον Σουλεϊμάνη ν’ αφανίσει το νησί με φωτιά και σίδερο, και την πολιτεία, αν ήταν μπορετό, να την υποτάξει. Για τούτο, οι βάρβαροι σκορπίστηκαν στο ξωπόλι κι αφανίσανε τα σπίτια. Αφού τα ξεγυμνώνανε, τους βάνανε φωτιά, κι όσους ανθρώπους πιάνανε, τους παίρνανε σκλάβους και πολλούς τους ξεκάνανε.
Οι άλλοι του στρατού, αφού ξεμπαρκάρανε, όπως είπαμε, αρχίσανε από τον τόπο που ήτανε γύρω από το ξωπόλι κι ανοιχτήκανε και σκορπίσανε σ' όλο το νησί κι όσους βρίσκανε μπροστά τους, τους φερνότανε με τον πιο ανελέητο τρόπο. Σκοτώνανε, σκλαβώνανε, κουρσεύανε, γδύνανε, βάνανε φωτιά, τσακίζανε, κακομεταχειριζότανε, ωσά να ‘τανε μεθυσμένοι, κοπέλες και παντρεμένες, χωρίς ν’ απαφήνουνε τα παιδάκια και τα παλικαρόπουλα, σφάζανε γέρους και γριές χωρίς συμπόνια, βρωμίζανε εκκλησιές και ξωκλήσια».
Αφού στη συνέχεια αφηγείται και άλλα δεινά που υπέμειναν οι Κερκυραίοι, τα οποία πλήθυναν με την λύση της πολιορκίας και το φευγιό των Τούρκων, καταλήγει:
«Αυτή ήτανε η περίσταση που εύρηκε την πολιτεία των Κερκυραίων στα χρόνια μας. Για τούτο, μου φαίνεται, πως έπεσε θεομηνία στο νησί, ή κάποιος δαίμονας την αβάσκανε για την καλοπέραση που είχανε, τότες, οι πολίτες ή όπως λένε οι δικοί μας, θύμωσε ο θεός από τις τόσες αμαρτίες και έδωκε την τιμωρία από χέρι ανόσιο, απάνου στους αμαρτωλούς για να τους βάλει γνώση».
Ο Νούκιος διεκτραγωδεί και ζωγραφίζει με τα μελανότερα χρώματα τα γεγονότα που ο ίδιος είδε, έζησε κι έπαθε μέσα στην πόλη της Κέρκυρας. Μας δίνει, όμως, έστω και με μια γενική περιγραφή και όσα συνέβησαν στα χωριά, όταν γράφει «… κι ανοιχτήκανε και σκορπίσανε σ’ όλο το νησί κι όσους βρίσκανε μπροστά τους, τους φερνότανε με τον πιο ανελέητο τρόπο. Σκοτώνανε, σκλαβώνανε, κουρσεύανε, γδύνανε, βάνανε φωτιά, τσακίζανε, κακομεταχειριζότανε, …βρωμίζανε εκκλησιές και ξωκλήσια».
Με αφετηρία αυτή την περιγραφή από τον αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων, θα προσεγγίσουμε στη συνέχεια τα όσα συνέβησαν στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης και στο χωριό των Καλαφατιώνων, ανατρέχοντας στις αποσπασματικές, δυστυχώς πληροφορίες που ανασύραμε από έγγραφα της εποχής, όσον αφορά τους αιχμαλώτους, τους σκλάβους, τους εμπρησμούς και τους σκοτωμένους στην περιοχή μας. Συγκεντρωτικά στοιχεία, δυστυχώς δεν έχουμε, αυτά όμως που θα αναφέρουμε στη συνέχεια, μας δίνουν κάποια αντίληψη του τι συνέβη τότε, όπως και για το μέγεθος της καταστροφής.
Ας αρχίσουμε από το πιο μακρινό χωριό της περιοχής, αυτό του Σταυρού: Εκεί, καθώς φαίνεται, οι Τούρκοι σκότωσαν τον Κώστα τον Κυλαδινό και πήραν σκλάβους όλη του την οικογένεια. Διαβάζουμε σχετικά από μια συμβιβαστική πράξη της 16ης Νοεμβρίου του 1542: «κυρ Πέτρος ο Κυλαδινός .... από χωρίο του Σταυρού ομολόγησε ότι επειδή ως εκείνος όπου ευρίσκεται εγγητώτερα από πατέρα στα πράγματα της Νολάτας θυγατρός του ποτέ Κώστα Κυλαδινού ως εξαδέλφης αυτού, οποία επάρθη σκλάβα με όλη την φαμίλια αυτής…»
Άλλη μαρτυρία, για τους Κυνοπιάστες, αυτή τη φορά, μας αποκαλύπτει ότι πήραν σαν σκλάβους τα δύο παιδιά του Πρωτοπαπά Αντωνίου Σκόρτζη, ο οποίος στη διαθήκη του αναφέρει τα εξής: «… ομοίως, αν έλθη ο υιος μου ο Καλόγερος να έχει το αμπέλι στην Τζαρουλιά .... και τον ποτέ καιρόαν έλθη η θυγατέρα μου η Μάρω να έχει το μερτικό της από τους αδελφούς της ... ».
Στις 30 Νοεμβρίου 1553 στους Άγιους Δέκα, ο Θωμάς Μανόπουλος, λεγόμενος Πούλης, θέλησε να κάνει μια πράξη υιοθεσίας. Ο νοτάριος αναφέρει την αιτία: «…επειδή την φαμήλιαν αυτού εις τον καιρόν του Ασεδίου, ελθόντων Αγαρηνών του ηπήραν οι Τούρκοι την γυναίκα του και τα παιδιά του και έμεινε χωρίς φαμήλια…».
Σε μια συμβολαιογραφική πράξη στην Καμάρα, με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1559 αναφέρεται πως ο Αντώνιος Μπαρούτζης έμεινε κληρονόμος της μητέρας του Καλής Μπαρούτζενας και του θείου του Βασίλη Σάδου, τους οποίους πήραν σκλάβους οι Τούρκοι, όπως και τα παιδιά του θείου του.
Την 1η Σεπτεμβρίου 1545, ο Στέλιος Κοντός από το Γαστούρι, ζητά να του επιστραφεί η προίκα της αδελφής του, Μάρως, από τον αδελφό του γαμπρού του, Καλοϊωάννη Λαμπίρη απόο τους Βαρυπατάδες, επειδή τη Μάρω και τον άνδρα της Φίλιππο είχαν πάρει οι Τούρκοι σκλάβους, και μάλλον είχε πεθάνει στη σκλαβιά.
Στον Κάτω Γαρούνα, από μια νοταρική πράξη με ημερομηνία 10 Απριλλίου 1548, παίρνουμε την πληροφορία ότι το εκεί γυναικείο μοναστήρι του Αγίου Αθανασίου, το έκαψαν και κατέστρεψαν εντελώς οι Τούρκοι. Με τη συμβολαιογραφική πράξη που αναφέραμε, οι κτήτορες θέλησαν να το παραχωρήσουν σε μια νέα μοναχή, ώστε να επανασυσταθεί η μονή. Διαβάζουμε ένα μικρό απόσπασμα: «…οι παραπάνω εκτητόροι της μονής του Αγίου Αθανασίου εις τον Κάτω Γαρούνα… ομολόγησαν ότι επειδή η άνωθεν μονή ευρίσκεται ηφανισμένη επειδή την είχαν χαλάση οι ασεβείς Τούρκοι, οποία μονή είναι παντάπασι ηφανισμένη. Όστις μοναστήριο από εκ πάλαι υπήρχε να κατοικούν μοναχές γυναίκες…» Εδώ φαίνεται ότι οι μοναχές που ήταν μέσα στη μονή σκοτώθηκαν ή αρπάχτηκαν για σκλάβες.
Η Πούλω, γυνή του ποτέ Αυγουστή Κουνά από τους Καστελάνους Μέσης, στη διαθήκη της, η οποία συντάχτηκε την 1η Δεκεμβρίου 1578, αναφέρει: «…ήφερα και εκ τη σκλαβιά όπου ευρισκόμουν και εδιακόνουν και έμασα από τους Χριστιανούς δουκάτα 4 και άσπρα αργυρά 150, οποία τα έδωσα του ανήρ μου ποτέ Αυγουστή…»
Από τους Συναράδες πήραν σκλάβα την Κατέρω, παπαδιά του Πρωτοπαπά Μέσης, τον ένα της γιο, Αντώνη, και τη γυναίκα του Τζουάννα. Η παπαδιά μπόρεσε και γύρισε το 1550, όπως φαίνεται σε νοταρική πράξη με ημερομηνία 21 Οκτωβρίου του έτους αυτού, και στην οποία αναφέρεται το εξής: «…επειδή η παρούσα Κατέρω Πρεσβυτέρα του παπα ΚαλοΪωάννη Γραμμένου είχε ένα αμπέλι στο χωριό των Καστελάνων στα Φωστηριάτικα προικόο αυτής και επλήρωνε τεταρτία του κυρ Φράγκου του Πλουτίνου και εστόντας αυτή εις τη σκλαβιά ο ρηθής κυρ Φράγκος το επήρεν και το επούλησεν…» Ο γιος της παπαδιάς, όμως, ο Αντώνης και η γυναίκα του, Τζουάνα, δεν ξαναγύρισαν, αλλά, όπως φαίνεται σε μια άλλη νοταρική πράξη του 1555, πέθαναν στη σκλαβιά, και τα αδέλφια της Τζουάννας ζητούσαν από τα αδέλφια του Αντώνη πίσω την προίκα της νεκρής αδελφής τους.
Για τους Συναράδες έχουμε μια ακόμη μαρτυρία. Σε νοταρική πράξη με ημερομηνία 2 Ιουνίου 1547, αναφέρονται τα εξής: «…ο ΚαλοΪωάννης Μπουρδουμπής και κυρ Μάτιος Κακιωμένος από χωρίον Συναράδων, εσυμφώνησαν μετά του μοναχού Μαλαχία από χωρίου Καστελάνων, επειδή η γυνή του άνωθεν κυρ Ιωάννου, Θεοδώρα, και το παιδίον του άνωθεν κυρ Μάτιου, ονόματι Στάθης, ευρίσκονται σκλάβοι και έστηλαν γραφήν πως είναι εις της Ανατολής τα μέρη, υπόσχεται ο παρών μοναχός να υπάγη καθολικά εις τον τόπον να τους φέρη εδώ…. Και να του δώσουν δουκάτα 20…».
Στους Βαρυπατάδες, από νοταρική πράξη της 1ης Ιουνίου 1547, φαίνεται ότι οι Τούρκοι πήραν σκλάβους την οικογένεια του ιερομονάχου Μελετίου Καρατζά, ο οποίος υποχρεώθηκε να δώσει το σπίτι του, ώστε να πάει και να τους εξαγοράσει. Όταν τελικά γύρισε πίσω, δεν είχε σπίτι να βάλει την οικογένειά του, οπότε υποχρεώθηκε να δώσει τα αμπέλια του στον πιστωτή του για να πάρει πίσω το σπίτι.
Από τους Κουραμάδες πήραν σκλάβο τον Νικόλαο Βέργη, ο οποίος, όπως φαίνεται από πράξη της 13ης Μαρτίου 1563, πουλήθηκε στη Χίο, και εξαγοράστηκε από το εκεί μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Τζαγέν. Με τη διαθήκη του, στις 14 Σεπτεμβρίου 1539, ο Νικόλαος Βέργης άφησε τα υπάρχοντά του στο μοναστήρι.
Από τους Κουραμάδες πήραν ακόμη σκλάβους τα αδέλφια Θεοχάρη, Σταμάτη και Δημήτρη Λαγκαδίτηδες, όπως φαίνεται από πράξη του έγινε στις 27 Ιουλίου 1539, στην οποία ο Λοΐζος Βαρβαρής ζητούσε από τους κληρονόμους τους την εξόφληση δανείου που τους είχε δώσει.
Για να κλείσουμε με τις μαρτυρίες από τα γύρω χωριά, για τα οποία αναφέραμε δειγματοληπτικά κάποιες περιπτώσεις, θα παραθέσουμε μια μαρτυρία, ίσως την πιο εντυπωσιακή, η οποία αφορά το χωριό του Αγίου Προκοπίου, γνωστού παλαιότερα ως Ψωραροί. Θα παραθέσουμε ένα μέρος μιας νοταρικής πράξης με ημερομηνία 19 Μαΐου 1541, στην οποία αναφέρονται τα εξής:
«…η κυράτζα Λιανόρα θυγατέρα του ποτέ Γιάννη του Φιτζιάλου, … ομολόγησε ότι επειδή όταν ήρθε η αρμάτα η Τούρκικη ήχε υπάγη σκλάβα και αυτή και ο ανήρ αυτής κυρ Τζάνης Μάμαλος, οποίος επουλήθη. Και επουλήθη και αυτή εις την Ανδριανούπολη. Και επειδή ευρέθη ο παρών Ιωάννης Τζούμας εκ την Στερεάν εκ του Τζαμαντά και εξαγόρασεν αυτήν εκ χειρός των Αγαρινών, η οποία Λιανόρα ως λέγει, δια τούτο ευλογήθη άνδρα τον άνωθεν Ιωάννην, εκεί εις την Στερεάν. Την σήμερον εξ αναζητήσεως αυτής, ελθών εις την παρούσαν πόλην ανεζήτησε του παρόντος κυρ Τζάνη, πρώτου ανδρός αυτής την προίκαν αυτής ονόματι κυρ Τζάνη Μάμαλου, οποίος είνε εκ τους Ψωραραίους, οποίον είχαν πάρει και αυτόν αιχμάλωτον….».
Τελευταίες αφήσαμε τις αναφορές που αφορούν στους Καλαφατιώνες, μια και για το χωριό αυτό εδώ έχουμε συλλέξει πληρέστερες πληροφορίες για τα δεινά που υπέστησαν οι φιλήσυχοι κάτοικοί του εκείνη την εποχή. Γιατί και οι Καλαφατιωνίτες επλήγησαν βάναυσα από τους Τούρκους επιδρομείς, που έχυσαν το αίμα τους, έκαψαν τα σπίτια τους και πήραν πολλούς από αυτούς αιχμαλώτους και τους πούλησαν σαν ζωντανά στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.
Τραγικό πρόσωπο σ’ αυτό το χωριό, ο ιερέας και κτήτορας του Αγίου Ηλιού, ο παπα Αρσένιος Μακρής, ο οποίος, επειδή όπως φαίνεται σκοτώθηκε η παπαδιά του, έγινε μοναχός με το όνομα Άνθιμος. Ο παπα Άνθιμος έμεινε έρημος σαν την καλαμιά στον κάμπο μετά το πέρασμα των Τούρκων από τους Καλαφατιώνες, αφού, εκτός του ότι σκότωσαν την παπαδιά, οι Οθωμανοί πήραν μαζί τους φεύγοντας τους γιούς του Γιάννη με τη γυναίκα του Κατερίνα, τον Στυλιανό, και την κόρη του Ειρήνη. Από την καταστροφή και την αιχμαλωσία, εκτός από τον ίδιο, γλύτωσε μόνο η εγγονούλα του η Έλενα.
Σε μια νοταρική πράξη που έκανε στις 31 Μαΐου 1539, δυο χρόνια μετά την καταστροφή, η ιερομόναχος πλέον παπα Άνθιμος, παραχωρεί τα υπάρχοντά του στον συγχωριανό του κυρ Γεώργιο Τζαγκάρη, επειδή τον βοήθησε και του συμπαραστάθηκε στις δοκιμασίες του. Μεταξύ άλλων, στην πράξη αναφέρονται και τα εξής: «…ώστε ού θέλει και ο αυτός μοναχός αχάριστος φανήναι τοιούτω τρόπω ότι όλα του τα αγαθά εαυτού αφίνει εις πάσαν εξουσίαν του αυτού Γεωργίου μετά της αυτής συμφωνίας, ότι είμεν και έλθωσιν οι υιοί αυτού Στυλιανός και Ιωάννης (εκ την σκλαβιάν)… να λαμβάνωσιν τα ήμισα πράγματα εξ όλα όπιστεν ….. και το παιδίον το εγγόνιον αυτού, την Έλενα, την αναθέτει εις την ψυχήν του αυτού Γεωργίου να την έχει εις την οικίαν του…»
Τον Αύγουστο του 1544, ο γιος του ο Γιάννης είχε επιστρέψει, καθώς φαίνεται από μια διαθήκη που έκανε τότε ο παπα Άνθιμος: «…Αφίνει διά την ψυχήν του του υιού του Ιωάννη, το τέταρτον πάντων των αγαθών αυτού χάριν κληρονομίας…». Ύστερα από έναν μήνα, τον Σεπτέμβρη του 1544, δηλαδή, ο παπα Άνθιμος φαίνεται έτοιμος να ταξιδέψει προς αναζήτηση των άλλων δύο παιδιών του, του Στυλιανού και της Ειρήνης, οι οποίοι ήταν ακόμη στη σκλαβιά. Οπωσδήποτε χρειάστηκε χρήματα για αυτό το εγχείρημα, τα οποία του έδωσε μάλλον ο γαιοκτήμονας του χωριού Γκίνης Τζαγκαρόλος, αφού σε πράξη της 20ης Σεπταμβρίου, ο παπα Άνθιμος του αφήνει όλα του τα αγαθά, τα οποία «…αν μεν στραφεί εις τα ίδια να τα επαναλάβει, ει δε αποθάνει εις την ξενίαν να μένωσιν του κυρ Γγίνη Τζαγκαρόλη….». Απ’ ότι μπορούμε να συμπεράνουμε, ο παπα Άνθιμος, τελικά είτε δεν κατάφερε να βρει τα παιδιά του, είτε δεν μπόρεσε να τα εξαγοράσει.
Το 1553 είχε χάσει την ελπίδα ότι θα τα ξανάβλεπε και βαπτίζει ένα παιδί του ΚαλοΚυριάκη Πηλού, δίνοντάς του το όνομα του χαμένου του γιου, Στυλιανού. Στη διαθήκη που έκανε στις 11 Μαρτίου 1553, αναφέρει: «…Έτι…αφήνει και το μερτικό των δύο παιδιών αυτού όπου ευρίσκονται εις την σκλαβειά, ονόματι Στυλιανός και Ειρήνη, προς τον αναδεκτόν αυτού Στελιανό Πηλό…», αλλά «…εξεκαθαρίζει και τούτο, ότι αν ευδοκήση ο πανάγαθος Θεός και έρθει κανένα εκ τα παιδιά αυτού όπου ευρίσκονται εις την σκλαβειάν, να έχει το μερτικόν του ήγουν το αδελφομοίρι του…».
Το δράμα των Μακρήδων δεν περιορίζεται στην οικογένεια του παπα Άνθιμου. Οι Τούρκοι φαίνεται πως σκότωσαν τον πατέρα του παπα ΚαλοΪωάννη Μακρή, μαζί με τον αδελφό του Νικόλαο, και πήραν τον άλον του αδελφό, Αντώνη, μαζί και τη γυναίκα του Ευφροσύνη, καθώς και όλα τους τα παιδιά.
Αυτά σκιαγραφούνται στις ακόλουθες πράξεις:
Στην πρώτη, με ημερομηνία 10 Μαΐου 1546, αναφέρεται: «…η κυρά Κυάρα, θυγατέρα του ποτέ παπα ΚαλοΪωάννη Μακρή διά μέρος αυτής και ΚαλοΪωάννη Μακρή, υιο του ποτέ Νικολάου Μακρή…. Ημύρασαν τα πράγματα του θείου αυτών κυρ Αντωνίου Μακρή, οποίος ευρίσκεται σκλάβος…».
Στην άλλη πράξη, με ημερομηνία 14 Αυγούστου 1553, διαβάζουμε: «…οι πρωτοξάδελφοι της Ευφροσύνης Κουρέλενας, σύμβιας του Αντωνίου Μακρή, ποιούν κουμέσιον αυτών τον κυρ Μάτιον τον Δελάρτα, να …. Αναζητήσει την προίκα της άνωθεν Ευφροσύνης…. Επειδή την επείραν οι Τούρκοι αιχμάλωτη και αυτήν και τον άνδρα αυτής και τους παίδας αυτής, ως λέγουν…».
Το 1538, ο Ανδρέας Μισθός από χωρίο Καλαφατιώνων, σε εξουσιοδότησή του, «…ομολόγησε ότι επειδή βούλεται να μισεύση από την παρούσα χώρα (προφανώς για να αναζητήσει τα παιδιά του), …επίοισε… νόμιμον αυτού επίτροπον την γυναίκα του την Κιούρω, να κατοικεί εις το οσπίτιον του και να έχει όλο το αδελφομοίρι του… και αν ήθελε του τύχει θάνατος να τα έχει διά την ψυχήν του… και να δώσει και υπανδρεύσει μια ορφανή από τα χωράφια του… και αν ήθελε κάμει παιδί όπου είναι εγκαστρωμένη, να είναι εκείνο κληρονόμος…»
Το 1545, ο κυρ Κώστας Πηλός, εκ χωρίου Καλαφατιώνων, νέος και γερός ακόμη, κάνει την διαθήκη του, γιατί, όπως αναφέρεται στη σχετική πράξη: «… βούλεται ημισεύση εκ της παρούσης πόλεως και απέλθη εις την Καλίπολιν εις αναζήτησιν της Θεοδώρας, συμβίας αυτού, οποία επάρθη αιχμάλωτη τον καιρόν του εμπρησμού της παρούσης πόλεως…». Ευτυχώς, μετά από έναν χρόνο περίπου, ο Κώστας Πηλός ξαναγύρισε, φέρνοντας μαζί του και τη γυναίκα του τη Θεοδώρα, η οποία ήταν κόρη του Γεωργίου Μισιτού, καθώς φαίνεται από μία πράξη του 1546, με την οποία η Θεοδώρα επανακτά ένα αμπέλι που κρατούσε ο ξάδελφός της Ντζάνης Μισιτός «από τον καιρό του ασεδίου».
Μετά την επιδρομή, προέκυψε και άλλη βάσανος για τους ανθρώπους του χωριού, όπως και όλης της υπαίθρου του νησιού. Οι περισσότεροι είχαν δανειστεί χρήματα με τη μορφή της προαγοράς κρασιού. Πρόκειται για το λεγόμενο «προστύχι» που λειτουργούσε ως εξής. Κάποιος αγρότης που είχε ανάγκη δανεικών, πωλούσε προκαταβολικά, τον Γενάρη, φερ’ ειπείν, το κρασί που θα έκανε τον Σεπτέμβρη, σε πολύ χαμηλή τιμή. Έτσι, κατά τον τρύγο, ξεπλήρωνε το χρέος του με κρασί, το οποίο πρέπει να σημειωθεί πως ήταν ο κυριότερος πόρος εισοδήματος την εποχή εκείνη. Ποιος, όμως, έκανε κρασί μετά την συμφορά που τους βρήκε ακριβώς πάνω στην εποχή του τρύγου;
Όταν πέρασαν λίγοι μήνες, οι δανειστές τους απαίτησαν τα χρέη από τους ίδιους, ή από τους πληγωμένους και εξαντλημένους συγγενείς αυτών που είχαν σκοτωθεί ή παρθεί σκλάβοι. Ας αναλογιστούμε το δράμα αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι έπρεπε να συνέλθουν από τη συμφορά, να μαζέψουν χρήματα μήπως και εξαγοράσουν κάποιον συγγενή τους που πήραν οι Τούρκοι, και ταυτόχρονα να αποπληρώσουν χρέη με ιδιαίτερα ειδεχθείς όρους.
Ενάμισι χρόνο μετά την επιδρομή, η 15χρονη Μαρία Διγενή από τους Καλαφατιώνες, προφανώς η μόνη που είχε απομείνει από την οικογένεια, ορφανή και έρημη, κλήθηκε να πληρώσει τα χρέη του πατέρα της Νικολάου Διγενή, και μην έχοντας τι να δώσει: «…πωλεί προς αυτόν (δηλαδή τον δανειστή του πατέρα της, Γεώργιο Τζαγκάρη) το οσπίτιόν της το προικίον της ό έχει εις το ειρημένο χωρίο…».
Στις 21 Απριλίου του 1538, ο Ιωάννης Λαγκαδίτης, κλήθηκε να πληρώσει στον Εβραίο Μεναέμ Ρεμπί, το χρέος που είχε συνάψει έναντι κρασιού ο πατέρας του Γεώργιος, τον οποίον, όπως αναφέρεται σε μια πράξη πήραν οι Τούρκοι σκλάβο. Σε άλλη πράξη αναφέρεται ότι πέθανε στη σκλαβειά.
Ακόμη, μόλις τον Φλεβάρη του 1538, ο ίδιος Εβραίος, ο Μεναέμ Ρεμπί, ζήτησε από τον Θεόδωρο Κοφυρά να του αποδώσει τον επόμενο τρύγο το κρασί που είχε προπληρώσει εν είδη δανείου στον πατέρα του Γεώργιο, τον οποίον είχαν πάρει επίσης σκλάβο οι Τούρκοι. Όπως φαίνεται σε άλλη πράξη, ο Θεόδωρος ξενιτεύτηκε σε αναζήτηση του πατέρα του, που στο μεταξύ είχε πεθάνει στη σκλαβειά, αλλά και της αδελφής του, Φράγκως, που ήταν επίσης αιχμάλωτη, και της οποίας τον άνδρα, Ζαχαρία Καμίλη, είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι το 1537. Τελικά ο Θεόδωρος κατάφερε να βρει την αδελφή του και την έφερε πίσω στο χωριό.
Επιστρέφοντας, όμως, ανακάλυψε ότι ένα οικόπεδό του μέσα στο χωριό, είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία του Ιωάννη Κάντηλα, τον οποίο επειδή έλειπε από το νησί εκπροσωπούσε ο αδελφός του Αρσένιος. Ο Αρσένιος ισχυρίστηκε ότι το οικόπεδο το είχε αγοράσει ο αδελφός του από τον πατέρα του Θεόδωρου, αλλά, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σχετικό έγγραφο: «… επειδή ήλθασιν οι Αγαρινοί και έκαυσαν και οικίες και γραφές, δεν έχει να του το αποδείξει…».
Μ’ αυτή και μόνο την φράση αποκαλύπτεται μια άλλη διάσταση του δράματος αυτού του χωριού, που, πέρα από τους σκοτωμούς και τις αιχμαλωσίες, υπέστη και τον εμπρησμό των σπιτιών των κατοίκων του. Έτσι, βλέπουμε και μια άλλη περίπτωση αμφισβητήσεως αγοραπωλησίας ενός αμπελιού στους Καλαφατιώνες από τον Ιωάννη Μισιτό προς τον Μιχαήλ Κάρκα. Και οι δύο συμβαλλόμενοι, φαίνεται πως χάθηκαν μαζί με τις οικογένειές τους κατά την επιδρομή, με αποτέλεσμα οι κληρονόμοι τους να έρθουν σε διαμάχη, επειδή, όπως κατά λέξη αναφέρεται στη σχετική πράξη: «…το ινστρουμέντο της πράξεως εκάυθη εν τω καιρώ του περιορισμού των Τούρκων και η τιμή του ειρημένου υποστατικού δεν ευρίσκεται εις το είναι…».
Εδώ έρχεται στη μνήμη μας ένα στρατιωτικό εμβατήριο που ακούγεται στις παρελάσεις:
«Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν
Σαν τον Λίβα που καίει τα σπαρτά
Με κανόνια τις πόλεις χαλάσαν
Μας άναψαν φωτιές στα χωριά».
Κυρίες και κύριοι
Για την περιοχή μας και το χωριό αυτό εδώ δεν βρέθηκε κάποιος συντοπίτης Νούκιος να αφήσει κάποια γραφή που να ιστορεί τα συνταρακτικά αυτά γεγονότα της άδικης, βάρβαρης και καταστροφικής επιδρομής των Τούρκων του Μπαρμπαρόσα, ή ακόμη και αν κάποιος έγραψε κάτι, μετά από τόσους αιώνες πού να υπάρχει;
Όπως προαναφέραμε, μπορέσαμε και συλλέξαμε αυτά τα σκόρπια ψήγματα ιστορίας, μέσα από τους νοταρικούς κώδικες στο Ιστορικό Αρχείο της Κέρκυρας, το οποίο μας δίνει τις λίγες αλλά πολύτιμες πληροφορίες για την ιστορία του τόπου μας, και εν προκειμένω τον απόηχο των συνταρακτικών γεγονότων που περιγράψαμε, 470 χρόνια από όταν συνέβησαν. Βέβαια, υπάρχουν, όσο υπάρχουν ακόμη, και οι παραδόσεις, οι οποίες, ανάλογα με το ειδικό βάρος των γεγονότων με το οποίο σχετίζονται, έχουν και την ανάλογη χρονική εμβέλεια.
Όσον αφορά στην επιδρομή του 1537, επιβιώνουν ακόμη κάποιες παραδόσεις, όπως αυτή που είναι γνωστή στα χωριά Κουραμάδες, Καστελάνοι και Συναράδες. Σύμφωνα με την παράδοση αυτή την οποία αναφέρει και ο Γεράσιμος Χυτήρης, στην περιοχή ανάμεσα στα τρία αυτά χωριά, στη θέση «Κόκαλα» γνωστή και ως «Μαυροθεριά» ή «Μαύρη Θωριά», είχε γίνει μια απεγνωσμένη συμπλοκή των κατοίκων των τριών χωριών με τα τουρκικά στρατεύματα. Οι ντόπιοι δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τους καλύτερα εξοπλισμένους επιδρομείς, και τη μάχη ακολούθησε μεγάλη σφαγή που ερήμωσε την περιοχή. Όσοι γλύτωσαν λούφαξαν σε τρύπες και λόγκους για μέρες, μέχρι να ξεθαρρέψουν και ξαναβγούν. Στο διάστημα αυτό, πάντα σύμφωνα με την παράδοση, τα αγρίμια και τα όρνια είχαν ξεσχίσει τις σάρκες των νεκρών της μάχης, και τα κόκαλά τους απέμεναν γυμνά και σκορπισμένα.
Και για τους Καλαφατιώνες υπάρχει μια παράδοση, την οποία ακούσαμε τυχαία, όταν είχαμε επισκεφτεί το χωριό για να πάρουμε φωτογραφίες των εκκλησιών για την έκδοση της τοπικής ιστορίας, και τη στιγμή που φωτογραφίζαμε το καμπαναριό του Αγίου Ιωάννου στου Μπουρδαλά, ο Σπύρος Πηλός μας ανέφερε την παράδοση που είχε ακούσει από τη νόνα του, δηλαδή ότι τις καμπάνες τ’ Αη Γιαννιού τις είχαν κατεβάσει οι Τούρκοι για να τις κάνουν πέταλα για τα’ άλογά τους. Για να είμαι ειλικρινής δεν πείστηκα από αυτήν την αφήγηση, γιατί γνώριζα πως οι Τούρκοι είχαν διαπράξει τότε πολύ σοβαρότερα εγκλήματα. Πως είναι δυνατόν μια τόσο, φαινομενικά, ασήμαντη λεπτομέρεια να επιβιώσει στο χρόνο, ενώ άλλα πράγματα να έχουν ξεχαστεί; Παρ’ όλα αυτά είχα την περιέργεια να δω αν η ιστορία που άκουσα ευσταθούσε. Μετά από επισταμένη έρευνα στο Αρχείο, ήρθε μπροστά μου μια νοταρική πράξη, η οποία όντως επαληθεύει την παράδοση. Διαβάζω αποσπάσματα:
«1554 18 Απριλίου… ο αναγεγραμμένος ιερομόναχος κύριος Άνθιμος (Μακρής) ως οικοκύρης της άνωθεν μονής του Προφήτου Ηλιού… είχε ποιήσει ινστρουμέντο με τον μαστρο Στέφανο Ρωμανόν… διά τον αμπελώνα του στον Γκύλο και στην υποστασίαν να πληρώνη το παν όλω άσπρα 25 (τον χρόνο) στην άνωθεν μονή… πλέον να μην πληρώνει τίποτε… με τοιούτον τρόπω και συμφωνία ότι ο ρηθής μαστρο Στέφος να χρεωστεί να φέρει και δώσει εις την άνωθεν μονή του Αγίου Ηλιού μία καμπάνα έως δουκάτωνν 6. να στείλει και φέρει εκ την Βενετίαν… επειδή οι άθεοι Αγαρινοί ασύλησαν και αφάνησαν και την καμπάνα της αυτής μονής… και οι άνθρωποι μη υπακούοντας εις τον τελεσμένον κερόν… δηλαδή όρθρο, εσπερινό μακρόν γένωνται και ουδέν απολαμβάνουν τα προς ψυχικήν οφέλειαν του τε εσπερινού και της Θείας Λειτουργίας…».
Εξυπακούεται ότι αφού οι Τούρκοι πήραν την καμπάνα του Άη Λιά, το ίδιο θα συνέβη και με την καμπάνα του Άη Γιάννη, της οποίας ο απόηχος από το τελευταίο κτύπημα, ξεχασμένος για περισσότερο από 450 χρόνια, ξανακούγεται σήμερα, όπως και το δράμα των κατοίκων αυτού του χωριού, που ακούγεται για πρώτη φορά σήμερα.
Εκτός από τις μαρτυρίες που εκθέσαμε μέχρι αυτό το σημείο, οφείλουμε, ως γνώστες πλέον που είμαστε των κατοίκων του χωριού της εποχής εκείνης, να αναφέρουμε τις παλαιές εκείνες οικογένειες των Καλαφατιώνων, που κατοικούσαν, άγνωστο για πόσα χρόνια, ίσως και αιώνες στο χωριό, και των οποίων τα ίχνη έσβησαν ξαφνικά ή σταδιακά, μετά την επιδρομή. Πρόκειται για τις οικογένειες Σήφη, Ανιώτη, Διγενή, Κουρέλη, Λιοτριβιάρη, Στάικου, Καμίλη, Κάρκα, όπως και οι οικογένειες Δρακοντάρη, Λαγάτορα και Σουρβίτζα από το Κοθωνίκι.
Και αν οι έντεκα οικογένειες που χάθηκαν από τους Καλαφατιώνες και το Κοθωνίκι ακούγονται πολλές, ας αναλογιστούμε πως, σύμφωνα με τον Νούκιο, οι Κερκυραίοι που συνελήφθησαν ως σκλάβοι από τους Τούρκους έφταναν τους 12.000, ενώ οι αναφορές του Συμβουλίου του νησιού τους ανεβάζουν σε 20.000, ενώ άλλες 20.000 φέρεται πως ήταν οι νεκροί και οι αγνοούμενοι. Οι νεκροί και οι αιχμάλωτοι Καλαφατιωνίτες και Κοθωνικιάτες αποτελούν το τραγικό μερίδιο του χωριού στη γενοκτονία του έτους 1537.
Για 17 χρόνια μετά την επιδρομή, καμπάνα δεν ακούστηκε στο χωριό. Για 17 χρόνια, οι εναπομείναντες κάτοικοί του, συμμετείχαν στο βουβό πένθος των καμπαναριών τους.
Μπορεί οι Τούρκοι να έφυγαν, αλλά ο φόβος μήπως ξανάρθουν και πάρουν ξανά σκλάβους, έμεινε στους κατοίκους του νησιού για αιώνες, αφού, άλλωστε οι επιδρομές και οι πειρατικές επιθέσεις δεν σταμάτησαν παρά στο τέλος του 18ου αιώνα. Οι περισσότεροι πρόγονοί μας στις διαθήκες τους έθεταν όρους να μην έχουν το δικαίωμα οι κληρονόμοι τους να πουλήσουν τίποτε από την κτηματική τους περιουσία, για να πηγαίνει από γενιά σε γενιά. Μόνη εξαίρεση που έθεταν, ήταν η περίπτωση που πιανόταν κάποιος από αυτούς σκλάβος: μόνο τότε είχαν το δικαίωμα να πουλήσουν, ώστε να βρεθούν χρήματα για την εξαγορά του.
Ακόμα και στο τέλος του 18ου αιώνα, και συγκεκριμένα το 1780, ο Πρωτοπαπάς Κέρκυρας, Εμμανουήλ Χαλικιόπουλος, έδωσε γραπτώς σ’όλους τους εφημερίους την εντολή: «… να ήθελον εις πάσαν Κυριακήν και άλλας εορτασίμους ημέρας, ζητούν ελεημοσύνην διά την εξαγοράν των ταλαιπώρων σκλάβων, ευρισκομένων εις χείρας των μισοχρίστων Αγαρηνών, βάνοντας ο καθ’έκαστος εφημέριος εις τόπον αρμόδιον και φαινόμενον, έναν κουτίον, ήτε σκάτουλα, με αυτήν την επιγραφή: [διά την εξαγοράν των Σκλάβων].
Μπορεί οι Τούρκοι να έφυγαν, όμως έδωσε ο Θεός και οι εναπομείναντες κάτοικοι, με όλες τις πληγές και τα αποκαΐδια που τους άφησαν, γρήγορα ορθοπόδησαν, στάθηκαν, εργάστηκαν και μόχθησαν στα ματωμένα χώματά τους, και μαζί με τους νεοφερμένους εποίκους δραστηριοποιήθηκαν, οικοδόμησαν και ζωντάνεψαν ξανά το χωριό τους. Έτσι, άκμασε η κοινότητά τους, η οποία στο διάβα των αιώνων, και παρ’ όλες τις κατά καιρούς δοκιμασίες, κρατήθηκε ενωμένη και ζωντανή, με μια αξιοζήλευτη ομοιογένεια και πληθυσμιακή σταθερότητα μέχρι σήμερα, και που εύχομαι να παραμείνει έτσι εις αιώνας.
Ακόμα, εύχομαι για την προκοπή και την ευημερία των κατοίκων του χωριού και της γύρω περιοχής, για την προκοπή και δραστηριοποίηση σε κάθε καλό έργο, με την στήριξη και την αγάπη σας, του Πολιτιστικού Συλλόγου, του οποίου τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, απ’ όσο γνωρίζω, και έχω υποχρέωση να αναφέρω, κινούνται ανιδιοτελώς, με πνεύμα αγάπης και προσφοράς για το χωριό και τους χωριανούς τους και με πολύ σεβασμό προς τις παραδόσεις και την ιστορία του τόπου.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την υπομονή σας να ακούσετε την ομιλία αυτή και να με συγχωρέσετε αν σας κούρασα.
Εύχομαι, δε σε όλους τους παρευρισκομένους καλό βράδυ.



_____________



Γραμμένος Κωνσταντίνος 26/3/2006
Στην εκδήλωση του Πολιτιστικού Συλλόγου Καλαφατιώνων
Για την επέτειο της 25ης Μαρτίου

6/8/08

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΚΕΡΚΥΡΑ ΚΑΙ Η ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Είναι γνωστό πως στις παλιές φεουδαλικές και πρώιμες μεταφεουδαλικές κοινωνίες η αξία και η κοινωνική υπόσταση του ατόμου οριζόταν εν πολλοίς από τη γαιοκτητική του κατάσταση, η οποία με τη σειρά της οριζόταν κυρίως κληρονομικά, αφού, αντίθετα προς το βυζαντινό καθεστώς, οι κοινωνικές τάξεις ήταν νομοκατεστημένες και η ένταξη σ’ αυτές γινόταν κατά βάση κατόπιν κληρονομίας είτε από τους γονείς προς τα τέκνα, είτε μέσω άλλων διαδικασιών. Ως εκ τούτου, αν κάποιος δεν είχε καθόλου γη στην κατοχή του (στην περίπτωση βέβαια που δεν ήταν τεχνίτης, είτε στο πλαίσιο κάποιας συντεχνίας, είτε εκτός) ήταν συνήθως δούλος, υπό την πλήρη εξουσία κάποιου αφέντη. Αν δεν είχε μεν γη αλλά διηνεκή και κληρονομικά δικαιώματα καλλιέργειας σε αγροτεμάχιο άλλου ήταν δουλοπάροικος υποκείμενος στη σχετικά περιορισμένη εξουσία κάποιου τιμαριούχου. Αν είχε δική του γη, αποτελούμενη από ελεύθερα αλλά, ενίοτε και εξαρτημένα κτήματα, ήταν ελεύθερος καλλιεργητής, υποκείμενος σε στράτευση και φορολόγηση από το κράτος. Αν ήταν δικαιούχος τιμαριωτικής γης, με κάποιον αριθμό δουλοπαροίκων υπό την εξουσία του, ήταν άρχοντας, ανεξάρτητα από την ονομασία του που διέφερε από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή.
Αν και η Βενετική Δημοκρατία ήταν ένα κράτος που απέχει από το να χαρακτηρισθεί ως φεουδαλικό, διατήρησε στις κτήσεις της στον Λεβάντε την προϋπάρχουσα φεουδαλική οργάνωση. Στην περίπτωση της Κέρκυρας, όμως, εντοπίζουμε κάποιες ιδιαιτερότητες: όσον αφορά στην ανώτερη τάξη, και λόγω του τρόπου σύστασής της, οι Βενετοί θεωρούσαν τους Κερκυραίους αριστοκράτες ως «μη καθαρούς»[1], και για τον λόγο αυτό τυπικά δεν τους αναγνώριζαν ως Nobili, αλλά ως Citadini, ενώ οι αστοί προέβησαν σε πολλούς αγώνες και αρκετές αναφορές προς το Βενετικό Κράτος χωρίς τελικά να επιτύχουν τη με νόμο αναγνώριση της τάξης τους. Η μη αναγνώριση, πάντως, των Κερκυραίων αριστοκρατών ως Nobili, οι δημογραφικές αυξομειώσεις λόγω των οθωμανικών επιθέσεων και του ρεύματος προσφύγων από τον ελλαδικό χώρο, καθώς και ο εμπορικός προσανατολισμός της Βενετικής Δημοκρατίας, οδήγησαν στη δημιουργία ενός κοινωνικού συστήματος «συγκοινωνούντων δοχείων», με εξαιρετικά αυστηρές και φειδωλές, αλλά σίγουρα υπαρκτές βαλβίδες συγκοινωνίας μεταξύ των τάξεων της Κέρκυρας. Γενικά, πάντως, και κυρίως στην ύπαιθρο, το ιδιοκτησιακό καθεστώς λειτουργούσε με κανόνες φεουδαλικούς.
Υπό το πρίσμα των παραπάνω, είναι ξεκάθαρο πως η κληρονομική διαδοχή επηρεαζόταν από την κοινωνική κατάσταση του κληροδότη, αλλά και του δικαιούχου. Κατ’ αρχήν υπάρχουν παράγοντες δημογραφικοί, οι οποίοι αν και δεν έχουν ακόμη ερευνηθεί επισταμένα, κάνουν σαφή την παρουσία τους μέσα από τις πηγές της εποχής. Μέσα από συμβολαιογραφικές πράξεις, διαθήκες, προικοδοτήσεις κ.α. φαίνεται πως η τεκνογονία ήταν αντιστρόφως ανάλογη της κοινωνικής κατάστασης: όσο υψηλότερη κοινωνική θέση κατείχε κάποιος, τόσο λιγότερα παιδιά γεννούσε[2]. Αν στην παρατήρηση αυτή προσθέσουμε το ότι οι γυναίκες γενικά, αφού προικοδοτούνταν, σπάνια είχαν δικαίωμα στην υπόλοιπη πατρική περιουσία, είναι εύκολο να συμπεράνουμε πως όσο ανεβαίνουμε στην κοινωνική διαστρωμάτωση της εποχής, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες πολυδιάσπασης της οικογενειακής περιουσίας, άρα και της υποχώρησης της οικονομικής επιφάνειας των κληρονόμων σε σχέση με αυτή του γονέα τους. Στον δημογραφικό παράγοντα, άλλωστε, εμπίπτει και η σχετικά περιορισμένη αρρενογονία των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, η οποία πολλές φορές οδηγούσε στη μεταβίβαση της οικογενειακής περιουσίας σε τρίτους, είτε μέσω της προίκας των θυγατέρων, είτε μέσω της αρκετά διαδεδομένης πρακτικής της υιοθεσίας, ενώ δε λείπουν και περιπτώσεις εξάλειψης οικογενειών και ανάληψης της περιουσίας τους από το Κράτος, με παρεπόμενη τη διάθεσή της σε τρίτους.
Αντίστροφα, τώρα, η κληρονομική διαδοχή μπορούσε να επηρεάσει την κοινωνική κατάσταση του δικαιούχου. Αυτό ήταν δυνατό να συμβεί με τρεις κυρίως τρόπους: μπορούσε να τον προβιβάσει κοινωνικά, να τον υποβιβάσει ή να τον διατηρήσει στην ίδια κοινωνική θέση. Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε ότι η κοινωνική θέση του ατόμου δεν είναι ταυτόσημη της κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκε. Βέβαια, στην περίπτωση της ανώτερης τάξης των αριστοκρατών, στην περίπτωση της Βενετοκρατούμενης Κέρκυρας που μας απασχολεί, οι διαβαθμίσεις είναι αρκετά περιορισμένες, όμως δεν συμβαίνει το ίδιο και με τις υπόλοιπες δύο τάξεις της εποχής, τους Αστούς, δηλαδή, και τον Λαό. Ιδιαίτερα στη μεσαία τάξη των αστών, οι διαβαθμίσεις είναι αρκετές και ποικίλες, ξεκινώντας από τον απλό κάτοικο της πόλης ο οποίος έχει εισοδήματα από κάποια αγροτεμάχια στην ύπαιθρο, από κάποια τέχνη ή από το εμπόριο, και φτάνει μέχρι τον αστό Βαρώνο, τον μη Ευγενή, δηλαδή, δικαιούχο τιμαριωτικής γης, της οποίας η ψιλή κυριότητα ανήκε στο Δημόσιο.
Όσον αφορά στην τάξη αυτή, η κληρονομική διαδοχή αποτελούσε τον βασικό παράγοντα για την ανέλιξη κάποιου μέλους της στην ανώτερη τάξη των cittadini. Οι όροι απόκτησης της cittadinanza, του δικαιώματος, δηλαδή, του πολίτη, προέβλεπαν πως όχι μόνο ο υποψήφιος, αλλά και ο πατέρας και ο πάππος του δεν έπρεπε να έχουν ασκήσει "βάναυση" τέχνη. Ακόμη, έπρεπε κάποιος από αυτούς να έχει νυμφευτεί γόνο αριστοκρατικής οικογένειας. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι προσπάθειες μίας μόνης γενιάς δεν αρκούσαν για την είσοδο της οικογένειας στην τοπική αριστοκρατία: έπρεπε να αποδώσουν καρπούς οι προσπάθειες τριών τουλάχιστον γενιών. Όπως φυσιολογικά προκύπτει από τα παραπάνω, η κληρονομική διαδοχή ήταν θεμελιώδους σημασίας.
Ο προπάτορας του αστού που θα γινόταν δεκτός στην ανώτερη τάξη έπρεπε να έχει προνοήσει ώστε η περιουσία που άφηνε στους διαδόχους του να είναι ικανή (με την απαραίτητη καλή διαχείριση και επαύξησή της) να τους εξασφαλίζει τα απαραίτητα υψηλά εισοδήματα, με τα οποία θα μπορούσαν να ζήσουν χωρίς να εργαστούν χειρωνακτικά, να νυμφευτούν γόνο αριστοκρατικής οικογένειας, να αποκτήσουν αξιοπρεπή κατοικία στην πόλη, και, τέλος, να καταβάλουν την απαραίτητη εισφορά για την αποδοχή τους στο Συμβούλιο. Η περιουσία αυτή μπορούσε να είναι έγγεια ιδιοκτησία, στην απόκτηση της οποίας επιδίδονταν με ιδιαίτερο ζήλο οι πιο ευκατάστατοι από τους αστούς, μία αποδοτική εμπορική επιχείρηση, ή βιοτεχνική μονάδα, ή, τέλος, ένα προσοδοφόρο επάγγελμα[3].
Όσον αφορά στην Τρίτη τάξη, αυτή διακρίνεται στο popolo της πόλης και τους κατοίκους της υπαίθρου (villani), οι οποίοι αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού και θα μας απασχολήσουν ιδιαίτερα. Οι άνθρωποι που απάρτιζαν το popolo προσπαθούσαν να εισέλθουν στην τάξη των αστών, αφού άλλωστε τα όρια μεταξύ τους ήταν αρκετά δυσδιάκριτα[4]. Αντίθετα, οι χωρικοί, οι οποίοι αντιμετώπιζαν οξύ το φάσμα της ανέχειας, είχαν σαν σκοπό τους τη διατήρηση της κοινωνικής θέσης των ιδίων αλλά και των τέκνων τους, αφού διαβαθμίσεις υπήρχαν εντός του πλαισίου αυτής της τάξης, οι οποίες μάλιστα είχαν να κάνουν με βασικούς όρους διαβίωσης και επιβίωσης. Ένας χωρικός μπορούσε να είναι νοικοκύρης, δηλαδή αρχηγός μιας φαμελίας, έχοντας στην κατοχή του έναν κλήρο γης, ο οποίος μαζί με τις όποιες προικώες γαίες της συζύγου του μπορούσαν να εξασφαλίσουν ισχνά ή ικανοποιητικά μέσα για τη διαβίωση της οικογένειάς του. Μπορούσε, ακόμα, να είναι δουλοπάροικος, ζώντας υπό συνθήκες καθόλου ζηλευτές, έχοντας ενταχθεί στο τιμάριο κάποιου άρχοντα με τη γέννησή του, ή κατόπιν προσωπικής σύμβασης στην προσπάθειά του να γλυτώσει από τη λιμοκτονία.
Κύρια επιδίωξη του μέσου χωρικού ήταν η προαγωγή της κοινωνικής του θέσης και η απόκτηση νέων αγροτεμαχίων, είτε με αγορά, είτε με κάποια σύμβαση διηνεκούς καλλιέργειας (σολδιάτικο)[5], και να αφήσει έτσι στους κληρονόμους του αρκετά υπάρχοντα, ώστε μετά τον διαμερισμό μεταξύ τους να έχουν όλοι περιουσία ικανή να τους εξασφαλίσει βιοτικό επίπεδο ίδιο, αν όχι καλύτερο από το δικό του. Η αναβάθμιση, άλλωστε, της κοινωνικής θέσης βελτίωνε τις πιθανότητες των τέκνων του να επιτύχουν καλύτερο γάμο, που όσον αφορά στις θυγατέρες μεταφράζεται κυρίως σε καλό βιοτικό επίπεδο, ενώ επιπλέον για τους γιους σήμαινε μεγαλύτερη προίκα της συζύγου τους και επακολούθως προαγωγή της δικής τους θέσης στο πλαίσιο της κοινωνίας του χωριού.
Με βάση τα παραπάνω, θα συμπέραινε κανείς πως η προαγωγή της κοινωνικής θέσης των ατόμων, στο μέτρο που αυτή εξαρτάται από την κληρονομική διαδοχή, έχει να κάνει με τον πατέρα, τον αρχηγό της οικογένειας. Η ισχύς, όμως της αρχής paterna –paternis / materna – maternis στην Κέρκυρα της εποχής εκείνης[6], δηλαδή του κληρονομικού δικαιώματος από τους εγγύτερους συγγενείς του άνδρα ή της γυναίκας αντίστοιχα σε περιπτώσεις απουσίας απογόνων, αλλά και η διατήρηση της κυριότητας της προικώας περιουσίας από τη γυναίκα, απέδιδε και σ’ αυτήν μερίδιο όσον αφορά τη διάθεση της οικογενειακής περιουσίας. Παραδοσιακά, άλλωστε, η κυριότητα της γης ανήκε στο γένος ή στην οικογένεια με απόλυτο, όμως, αν και χωρίς δικαίωμα απαλλοτρίωσης, διαχειριστή τον αρχηγό της σε κάθε γενεά, τον φαμελάρχη[7], ο οποίος ελάχιστα διέφερε από τον Ρωμαίο pater familias.
Η εξουσία που είχε ο φαμελάρχης επί της έγγειας ιδιοκτησίας της οικογένειας, η θέση του ως νομικού εκπροσώπου της οικογένειας, ακόμη και στην περίπτωση που τα τέκνα του ήταν ενήλικα, αλλά και η απουσία νομικού πλαισίου που να τον υποχρεώνει να συμπεριλάβει τα τέκνα του στη διαθήκη ή το ζωντοβούλι του, ενίσχυε τη θέση του. Η εξουσία του δεν έληγε με τον θάνατό του, αφού συχνά εντοπίζουμε ρήτρες σε διαθήκες, οι οποίες δεσμεύουν τους κληρονόμου – διαδόχους ες αεί, ρυθμίζοντας οικονομικά και άλλα ζητήματα, ακόμη και τη συμπεριφορά του ενός έναντι του άλλου[8]. Είναι χαρακτηριστικό πως οι άνθρωποι της εποχής, έχοντας κατά νου τη διατήρηση ή την προαγωγή της κοινωνικής θέσης της οικογένειας, απαγόρευαν συχνά στους κληρονόμους τους και τους «διαδόχους κληρονόμους» αυτών να πωλούν την κληροδοτούμενη περιουσία[9].
Ας δούμε, όμως με ποιους τρόπους μπορούσε ο γονέας να προωθήσει κοινωνικά το τέκνο του, κληροδοτώντας του περιουσιακά στοιχεία:
Η πιο απλή μορφή αναβάθμισης της κοινωνικής θέσης του γιου από τον πατέρα ήταν η αποδέσμευσή του από την πατρική εξουσία, με επακόλουθη την απόκτηση του «τίτλου» του νοικοκύρη, με μια τελετή που μοιάζει αρκετά με αντιστροφή απόδοσης homage του υποτελούς προς τον ανώτερό του φεουδάρχη. Χαρακτηριστικά, σε μία πράξη του 17ου αιώνα από την Κέρκυρα διαβάζουμε[10]:

Εν Χριστου ονοματι αμίν 1691 ημερα 17 του Μαϊου μηνός. Τη αυτή ημέρα ιστο χορίο τον Καλαφατιόνον ο παρόν κυρ Πέτρος Πιλός του ποτε Θεοδορί αυτεξουσίος και αυτοπροερέτος θέλοντας δια πολλές νομιμες ετίες δούλεψες και ιπακοές όπου έλαβε και λαβένι παρά του παρόντος κυρ Μένιγου νομίμου ιού αυτού γενιθέντα μετα τις κυράτζας Μαριετούλας γινίς αυτου νόμιμις να ματζιπάρι αυτόν και λίσιτον απο τιν πατρικήν εξουσία. Παρον ο αυτός ιός του γονιπετίς προς τον αυτου πατέρα κε κρατίσας αυτόν ο πατίρ εις τις χιράς απόλισεν κε εκ τιν πατρικιν εξουσίαν δια δινάμεος τις παρούσις νοταρικής ματζιπατζιόνος ελευθέροσε κε ελευθερόνι αυτόν λέγοντας ούτος «εστο ελεύθερος παντί» ελεύθερος κε αυτεξούσιος με τιν ευχίν του αυτού πατρός να ακουϊστάρι κε πράξι πάσις λογίς εργον πραγματίας ακουϊστά κε παν άλο κάμι ος ιμπορί παντιο τρόπο. Ο ίδιος πατιρ αυτού και το ήτι ακουϊσταρι να ησιν κα διαμένι του αυτού ιού του κε κληρονόμον διαδόχον αυτού πιοντας ιστρομέντα πάσις λογις κε πανάλο διαθίκι πιϊσε κε απλός τα πάντα πιΐσε ος εξουσιαστικός νικοκίρις κε μετά του θανάτου του αυτού πατρός του να έχι όλο εκίνο όπου του ακαρτερί φισικό κε νομιμο τον τρόπο.
Κε ούτος ίπε κε ομολόγισε κε ευχαριστιθισαν τα ανοθεν μέρι ενοπιον μαρτίρον κυρ Σταμου Καμπίσα κε κυρ Σπίρου Φαγογένη εκ το παρον χορίον και η διό.

Γ.Α.Κ.- Α.Ν.Κ., ΣΥΜΒ., ΤΟΜΟΣ Γ. 79 ΦΙΛΤΖΑ 45 σελ. 214


Δηλαδή: ο παρών Πέτρος Πιλός του Θεοδωρή, με τη θέλησή του, και ως ανταμοιβή προς την καλή συμπεριφορά του γιου του, τον αποδεσμεύει από την εξουσία του με τη φράση «έστο ελεύθερος παντί», με την υπόσχεση της παραχώρησης σε αυτόν της περιουσίας του με διαθήκες και άλλες νομικές πράξεις. Αξιοσημείωτη είναι και η λέξη «φυσικώ» που χρησιμοποιεί ο συμβολαιογράφος για να διευρύνει τον όρο «νομίμω»[11]: για τους ανθρώπους της εποχής εκείνης (αλλά εν πολλοίς και της σημερινής) η φυσική εναλλαγή της κυριότητας της οικογενειακής περιουσίας ήταν από πατέρα σε γιο (με την αποκοπή, φυσικά, της προίκας των θυγατέρων, όπου αυτές υπήρχαν). Οποιοσδήποτε άλλος τύπος διαδοχής ήταν αφύσικος, υπαγορευόμενος από ιδιαίτερες συνθήκες, όπως απουσία διαδόχων ή απώλεια αυτών, ενώ σχετικά σπάνιες, αν και όχι εξαιρετικές είναι και οι περιπτώσεις αποκλήρωσης.
Παρά ταύτα, η ανάγκη του «να συνεχιστεί το όνομα» ήταν τόσο ισχυρή, που πολλές φορές ο πατέρας που αποκλήρωνε τον γιο του πρόσταζε μέσα από τη διαθήκη ή το ζωντοβούλι του η κυριότητα της περιουσίας του να μεταβεί στα εγγόνια του, διασφαλίζοντας έτσι, αν και με την παρεμβολή κενού μίας γενιάς, τη συνέχεια της οικογένειας και της κληρονομικής διαδοχής σε αυτήν.
Εν πάση περιπτώσει, η αποδέσμευση από την πατρική εξουσία αποσκοπούσε στην προαγωγή της κοινωνικής θέσης του τέκνου, την αναγόρευσή του δηλαδή σε «κυρ»[12], πράγμα που επιτυγχανόταν με την ίδια την τελετή αποδέσμευσης, αλλά και την απόδοση σε αυτόν μίας έκτασης γης, ανεξαρτήτως μεγέθους. Το τελευταίο είναι πιο ξεκάθαρο σε μία άλλη νοταρική πράξη αποδέσμευσης του 18ου αιώνα, με την οποία ο πατέρας παραχωρεί μία μόνη «ρίζα ελαιά» στον γιο του, καλύπτοντας με τον τρόπο αυτόν το τυπικό μέρος της αποδέσμευσης που προέβλεπε την κατοχή έγγειας περιουσίας[13].
Άλλος τρόπος προαγωγής της κοινωνικής θέσης κάποιου μέσω της κληρονομικής διαδοχής ήταν η κληροδότηση σε αυτόν μεριδίου ιδιοκτησίας σε εκκλησία, η αναγόρευσή του, δηλαδή, σε κτήτορα. Η αποκοπή της Κέρκυρας από το Βυζάντιο, ήδη από τον 12ο αιώνα, και οι ιδιαίτερες συνθήκες από εκεί και έπειτα, είχαν οδηγήσει σε ένα ιδιόμορφο σύστημα όσον αφορά στην ιδιοκτησία των ναών και τη λειτουργία των ενοριών. Η πλειοψηφία των ναών ανήκε σε ιδιώτες, τους κτήτορες, οι οποίοι μπορούσε να είναι οικογένειες, γένη ή, συχνότερα, αδελφότητες που είχαν συγκροτηθεί ειδικά για τον λόγο αυτόν[14]. Οι κτήτορες είχαν δικαιώματα εκκλησιασμού, ταφής και διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων της εκκλησίας στην οποία είχαν μερίδιο, πράγματα σημαντικά για τον άνθρωπο της εποχής εκείνης. Αντίθετα, όποιος δεν είχε κτητορικά δικαιώματα σε ναό, ο απλός ενορίτης, μπορεί να θεωρηθεί πρόσωπο «δεύτερης κατηγορίας», αφού δεν μπορούσε, όπως οι κτήτορες, να συμμετέχει στην εκλογή επιτρόπων και εφημερίου της ενορίας, δικαίωμα ιδιαιτέρως σημαντικό, αφού οι εκκλησίες ήταν γενικά προικισμένες με ενίοτε σημαντική έγγεια περιουσία ή ακόμη και με βιοτεχνικές εγκαταστάσεις όπως μύλους και ελαιοτριβεία.
Λαμβάνοντας υπόψιν ότι την περιουσία της εκκλησίας διαχειρίζονταν οι επίτροποι, μπορούμε να κατανοήσουμε τη βαρύνουσα σημασία του δικαιώματος εκλογής ή της δυνατότητας υποβολής υποψηφιότητας για τη θέση του επιτρόπου. Όσο μεγαλύτερη ήταν η περιουσία της εκκλησίας, τόσο σημαντικότερη ήταν και η ιδιότητα του επιτρόπου της ή το δικαίωμα εκλογής του. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, συναντούμε συχνά αντιδικίες και προσφυγές σχετικά με τα κτητορικά δικαιώματα και τα μερίδια ιδιοκτησίας των ναών.
Το καθεστώς του κτήτορα έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία για τους κατοίκους της πόλης, όπου η δυνατότητα ανέγερσης νέων ναών ήταν περιορισμένη, αλλά και όπου πολλές εκκλησίες ανήκαν στις συντεχνίες των επαγγελματιών, με τη μορφή της αδελφότητας. Όπως είναι προφανές, αν κάποια οικογένεια συγκέντρωνε πολλά αδελφικά μερίδια κατόπιν κληρονομιάς, αποκτούσε μεγαλύτερη δυνατότητα ελέγχου στη διοίκηση της συναδελφικής εκκλησίας, αναβαθμίζοντας έτσι τη θέση της εντός του πλαισίου της συντεχνίας.
Συμπερασματικά, και βασιζόμενοι πάντα στις πηγές της εποχής, θα μπορούσαμε να πούμε πως η γενεαλογική και πληθυσμιακή εξέλιξη των πληθυσμών είναι δυνατό να ερμηνευτεί μέσω της ανίχνευσης της κληρονομικής διαδοχής κατά την εναλλαγή των γενεών. Τα περιουσιακά στοιχεία που κληρονομούσε ο κάθε άνθρωπος, όριζαν εν πολλοίς τη μετέπειτα ζωή του, την οικογενειακή του κατάσταση, ακόμη και τον τόπο που τελικά κατοικούσε και γεννούσε τους απογόνους του. Συνεπώς, θεωρούμε ότι η περαιτέρω μελέτη του τυπικού και των πρακτικών της κληρονομικής διαδοχής μπορεί να φωτίσει όχι μόνο τη γενεαλογία των κατοίκων της Κέρκυρας, αλλά και πτυχές της κοινωνικής και πολιτισμικής εξέλιξης των Κερκυραίων που δεν έχουν καλυφθεί ικανοποιητικά μέχρι στιγμής.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Αυτός ο χαρακτηρισμός έχει να κάνει με τον τρόπο συγκρότησης του Συμβουλίου της Κοινότητας (Consiglio di Communitá) της Κέρκυρας. Για περισσότερα σχετικά με το θέμα αυτό βλ. Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες της βενετοκρατούμενης Κέρκυρας (16ος-18οςαι.), Γ.Α.Κ.-Αρχεία Νομού Κερκύρας, Αθήνα, 2002, σ. 36-47.
[2] Στην Κέρκυρα της εποχής, όπως, άλλωστε, και την ίδια τη Βενετία, παρατηρείται το φαινόμενο πολλοί αριστοκράτες να μένουν άγαμοι, προτιμώντας την ανέμελη, και πιο περιορισμένων δαπανών ζωή του εργένη. Το φαινόμενο αυτό προκαλούσε μία σειρά από προβλήματα, όπως την εμφάνιση αρκετών νόθων τέκνων, ή την υιοθεσία από τους ανύπαντρους αριστοκράτες γόνων "ταπεινότερων" οικογενειών, με παρεπόμενη την είσοδό τους στο Συμβούλιο. Για περισσότερα σχετικά, βλ. Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες…, ό.π., σ. 115-7, καθώς και Norwich JJ, Ιστορία της Βενετίας, Φόρμιγξ, Αθήνα 1993, σ. 570-1.
[3] Από τον αποκλεισμό όσων ασκούσαν χειρωνακτικό επάγγελμα εξαιρούνταν κάποιες κατηγορίες επαγγελματιών, όπως οι φαρμακοποιοί και οι χρυσοχόοι.
[4] Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η τάξη των αστών δεν υπήρξε ποτέ νομοκατεστημένη στη βενετοκρατούμενη Κέρκυρα. Παρά ταύτα, οι αστοί, ιδιαίτερα με την ωρίμανση της ταξικής τους συνείδησης κατά τον 18ο αιώνα, είχαν πλήρη αντίληψη της κοινωνικής τους ταυτότητας και της υπεροχής τους έναντι των χαμηλότερων τάξεων, αλλά και αυτής των cittadini, έναντι των οποίων υπερτερούσαν συχνά σε οικονομική ευρωστία και πνευματική καλλιέργεια. Ως εκ τούτου απέφευγαν τον συγχρωτισμό με τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, χαράσσοντας μονομερώς διαχωριστικές γραμμές με αυτά. Περισσότερα σχετικά με την ταξική συνείδηση των αστών και της αλληλεπίδρασής τους με τις υπόλοιπες τάξεις (κυρίως, όμως, με τους cittadini) περιέχονται στα Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες…, ό.π., σ. 47-8, και Τσίτσας Α. Χ., Λίβελλοι των Κερκυραίων αστών κατά την τελευταία φάση της διαμάχης τους με τους ευγενείς (1786-1792), Δελτίον της Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας, αρ.16 (1979), σ. 88-150.
[5] Οι αγροληπτικές συμβάσεις διακρίνονταν κυρίως στα πάχτα (από το λατινικό pactum, βλ. λήμ. Στο παράρτημα όρων) και τα σολδιάτικα (βλ. λήμ. ό.π.). Γενικά, τα πάχτα ήταν συμβάσεις αγροληψίας ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένης απόδοσης, ενώ τα σολ(δ)ιάτικα αφορούσαν συμβάσεις διηνεκούς καλλιέργειας, οι οποίες έδιναν το δικαίωμα στον δικαιούχο να μεταβιβάσει το αγροτεμάχιο στους κληρονόμους του ή ακόμη και να το πωλήσει, μεταβιβάζοντας, βέβαια, και τις υποχρεώσεις που προβλέπονταν από την αρχική σύμβαση. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις αγροληπτικές συμβάσεις βλ. Χυτήρης Γ., Το Κερκυραϊκό αγροτικό Πρόβλημα την επομένη της ενώσεως και οι αναφορές του Άγγλου Προξένου, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα, 1981, σελ. 8 – 9 και σημειώσεις.
[6] Η πανάρχαια αρχή του P-P/M-M, της οποίας ψήγματα εντοπίζονται ακόμη στην ύπαιθρο της νησιωτικής κυρίως Ελλάδας, και στην Κέρκυρα, βασίζεται με τη σειρά της στην αρχή της ιδιοκτησίας του γένους και την ταύτιση της κληρονομικής διαδοχής και διαδοχής αίματος. Σύμφωνα με την P-P/M-M, αν ένα ζευγάρι αποβιώσει χωρίς απογόνους, η περιουσία του άνδρα περιέρχεται αυτομάτως στους εξ αίματος συγγενείς του, και η προικώα ή κληρονομημένη περιουσία της γυναίκας στους δικούς της. Στις αρχειακές πηγές της βενετοκρατίας εντοπίζουμε πάμπολλες περιπτώσεις στις οποίες ο σύζυγος, μετά τον θάνατο της συζύγου του χωρίς απογόνους, υποχρεώνεται να επιστρέψει την προίκα της στους κοντινότερους εξ αίματος συγγενείς της. Περισσότερα για την αρχή paterna –paternis / materna – maternis περιέχονται στο Λεντάκης Α, Μηλιακά, Αθήνα, 1985.
[7] Ο όρος φαμελάρχης και φαμελία είναι οι όροι που θα χρησιμοποιούνται στο εξής στο κείμενό μας για να αποδίδουν τις έννοιες του αρχηγού της οικογένειας και της οικογένειας αντίστοιχα. Οι όροι αυτοί απαντούν στα έγγραφα της εποχής που εξετάζουμε και αποδίδουν πιστότερα τις έννοιες που θέλουμε να αποδώσουμε, αφού η φαμελία έχει σημασία ευρύτερη της οικογένειας: για τον σημερινό άνθρωπο η οικογένεια περιλαμβάνει γενικά τους γονείς και τα τέκνα, ενώ η φαμελία περιελάμβανε και όλα τα προστατευόμενα μέλη, όπως παππούδες, μικρότερα αδέλφια, ψυχοπαίδια κ.α.
[8] Π.χ. σε ζωντοβούλι του Καλοκυριάκη Πιλού και της συζύγου του Στάμως από τους Κλαφατιώνες Κέρκυρας, με ημερομηνία 8/1/1583, εντοπίζουμε τη ρήτρα:
«….Ακόμη δίδομε των άνωθεν εγκονιών μας το σπίτι το ξίσκεπο να το σκεπάσουν τα εγκώνια μου σύντα με τα παιδιά μου και να διαμένη το άνωθεν σπίτι εις τα εγκόνια μου ήγουν Πιέρος και Αντώνης να τους βοηθούν και αγκαλά και ήθελαν τα εγκόνια μου τα θυληκά εβγένη από τα παιδιά μας τα δύο Πιέρου και Αντώνη και εκ τα εγκώνια μου από τα παιδιά μου και εγκόνια μου εκτός από την παρούσαν μου διαθήκην να έχει την γκατόχα μου και σόλδια πέντε και να μην έχει να κάνει τίποτες από τα πάντιά μου πράγματα όπερ αφήσαμε…» (Γ.ΑΚ.-Α.Ν.Κ., Συμβολαιογραφικά, Διάφοροι τ. 8, υποφ. 3, σελ. 1r).
[9] Τέτοια ρήτρα εντοπίζουμε στη διαθήκη του Στάθη Μπράτου, από τους Καλαφατιώνες, με ημερομηνία 14/3/1686:
«…Θέλο ότι ο άνοθεν ιος μου κε κλερονόμος μου να μιν ιμπορί κε αυτός ούτε ι κλιρονομοδιαδοχι αυτού να πουλίσουν μίτε χαρίσουν μίτε ψιχοδορίσουν από το πράμα μου μόνον το αυτό πράμα μου να πιένι από κλιρονομίαν ισέ κλιρονομίαν του αυτού ιού μου. Κε ανίσος κε δεν ιθέλι εβρεθί κλιρονομίαν του αυτού ιού μου οπου ο Θεος να μιν το δόση τότες το αυτό πραμα μου να πιένι ισε κλιρονομίαν το πλέον εγγιτοτερου μου. Εξεκαθαρίζο κε θέλο ότι ανισος κε ο ανοθεν ιός μου ιτε κλιρονόμι διαδοχι του ίθελαν πέσι σε φονικό ίτε ιθελαν πιαστί σκλάβι τότες να ημπορούν να πουλούν από το πράμα του τόσου μόνον να ελευθερόνοντε…» (Γ.ΑΚ.-Α.Ν.Κ., Συμβολαιογραφικά, τ. Γ 80, φίλτζα 59, σελ. 6v).
[10] Η Η μεταγραφή των πρωτοτύπων νοταριακών εγγράφων έχει γίνει με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, αφού εδώ μας ενδιαφέρει μόνο το περιεχόμενο, και όχι ο τρόπος γραφής των νοταρίων. Έχουμε διατηρήσει την ορθογραφία των κειμένων, παρεμβαίνοντας μόνο στη κεφαλαιογράφηση των κυρίων ονομάτων. Ο τονισμός (όπου υπήρχε στο πρωτότυπο) έχει γίνει κατά το μονοτονικό σύστημα.
[11] Σχετική με αυτήν την ανάγκη «συνέχισης του ονόματος» και φυσικής κληρονομικής διαδοχής, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι είναι και η ύπαρξη από πρώιμη κιόλας εποχή στην Κέρκυρα «Νοθοκομείου» (βλ. Λάσκαρι Ν., Κέρκυρα, μια ματιά μέσα στο χρόνο 1204 – 1864, Εκδόσεις Τοπίο, 20053, σελ.47). Αν και ως κύρια αποστολή του θεωρείται η περίθαλψη των νόθων που προέκυπταν κυρίως από την υποχρεωτική στέγαση των στρατιωτών της Γαληνότατης στις οικίες του Popolo της πόλης της Κέρκυρας, δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε την ανάγκη «απορρόφησης» των νόθων, κυρίως ίσως των αριστοκρατών (βλ. υποσημ. 2), από το Κράτος, έτσι ώστε να προλαμβάνονται οι όποιες δυσάρεστες καταστάσεις προέκυπταν από την παρουσία τους στην κοινωνία γενικά και την αδιατάραχτη ισχύ των νομικών εκείνων πράξεων που αναφέρονταν σε «νομίμους διαδόχους και κληρονόμους». Οι Κερκυραίοι της εποχής, όπως παλαιότερα και οι Αθηναίοι της κλασσικής Αρχαιότητας (βλ. C. Carey, Lysias, Selected Speeches, Cambridge Greek and Latin Classics, C.U.P., 1989, σ. 59), αγωνιούσαν μήπως η περιουσία και το όνομα της οικογένειας περνούσε στα χέρια ενός θρησκευτικά και νομικά νόθου τέκνου, το οποίο, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους δεν θα ενδιαφερόταν για την οικογένεια και την περιουσία της.
[12] «Κυρ» στις βενετοκρατούμενες περιοχές (αν και το ζήτημα δεν έχει ερευνηθεί διεξοδικά), φαίνεται πως καλούταν αυτός που ήταν «κύριος του εαυτού του», και κύριος της φαμελίας του: αντιπαράβαλε προς το αγγλικό master→ mister (βλ. λήμμ. Oxford Dictionary of English, O.U.P., 20032).
[13] Πρόκειται για την πράξη αποδέσμευσης του Τζώρτζη Πηλού από τον πατέρα του Νικολέτο:
«24/8/1737…Εις το χορίον τον Καλαφατιόνον. Ο παρών κυρ Νικολέτος Πιλός του ποτέ Πέτρου …ος αυτεξούσιος και αυτοπροαίρετος θέλοντας δια τις ετίες όπου έλαβε και λαβένη απο τον απόντα κυρ Τζόρτζη Πιλό υιού του νόμιμος υιός αυτού ήγουν όπου δεν είναι εις την υπακοήν και θελημα του και εγράφθηκε Σκλαβούνος να μαντζιπάρη αυτού και λίσι τον από την μπατρικήν του ουσίαν απόλισεν και εκδισεν αυτού απο την μπατρικήν του εξουσίαν όθεν δια δυνάμεος της παρούσης νοταρικής εματζιπατζιόνος ελεφθεροσεν και ελεφθερόνι αυτόν λεγοντας ούτος: Εστω ελέφθερος παντί ελεφθερος και αυταιξούσιος ινμπορόντας να πράξι πασις λογίς έργον πράγματος. Ακουΐστα και παν άλο κάμη ος ημπορί παντιο τρόπο ος ίδιος πατήρ αυτού …μάλιστα δια να έχει καλήν ετίαν να αγαθοπϊσι και αυξίνη παντίο τρόπο του παραδίδι από την σήμερον δια σιμίον και δόρον τις αγάπις και αφετζιόνος μία ρίζα ελαία λαιγόμενη εις την Κερασιά στου Ξηρού στον όχτο με τέσερους κλόνους ελεφθερι …και το ίτι ακουϊστάρι ποιΐσι και καμι από του νήν και εμπροστέν ος υϊός νόμιμος αυτού πασις λογίς ιστρουμέντα αγορές ακουϊσιά …ος εξουσιαστικός νικοκύρις …» (.ΑΚ.-Α.Ν.Κ., Συμβολαιογραφικά, τ. Λ 7, φίλτζα 54, σελ. 10v). Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Τζώρτζης, αν και έχει καταταγεί στα συντάγματα των Oltramarini, δεν θεωρείται αυτεξούσιος. Ακόμη, όσον αφορά τον όρο «ελεύθερη» με τον οποίο χαρακτηρίζεται η κληροδοτούμενη ελιά, είναι δύσκολο, με τα στοιχεία που έχουμε μέχρι στιγμής στη διάθεσή μας να αποφανθούμε για το αν «νοικοκύρης» μπορούσε να ονομαστεί ο ιδιοκτήτης οποιουδήποτε αγροτεμαχίου, ή μόνο «ελεύθερης» γης.
[14] Για περισσότερα σχετικά με τον θεσμό των αδελφοτήτων και το καθεστώς των ιδιόκτητων ναών εν γένει βλ. Καρύδης Σπύρος, Ορθόδοξες αδελφότητες και συναδελφικοί ναοί στην Κέρκυρα (15ος-19ος αι.), Σταμούλης, 2004.

(Η παραπάνω ανακοίνωση υποστηρίχθηκε από τον Ανδρέα Γραμμένο κατά το 4ο Πανελλήνιο Συμπόσιο της Εραλδικής και Γενεαλογικής Εταιρείας Ελλάδος τον Οκτώβριο του 2005)

ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΝ ΚΕΡΚΥΡΑΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ


Από την αρχή της οθωμανικής κατάκτησης των Βαλκανίων τον 14ο αιώνα, και μέχρι τις αρχές του 18ου, η Βενετία και η Οθωμανική αυτοκρατορία δρούσαν ανταγωνιστικά στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Ο ανταγωνισμός αυτός, συχνά κατέληγε σε ένοπλες συρράξεις, εκτός όμως από τους επτά βενετοτουρκικούς πολέμους, άπειρα ήταν τα ένοπλα επεισόδια μεταξύ των δύο χωρών, τα οποία είχαν κυρίως χαρακτήρα κουρσαρικό. Πλοία που επανδρώνονταν από υπηκόους και των δύο χωρών λεηλατούσαν τις παράλιες περιοχές και τα εμπορικά σκάφη του αντιπάλου.

ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΙΚΕΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

Σε διακρατικό επίπεδο, πάντως, η πρώτη επίθεση των Οθωμανών Τούρκων κατά της Κέρκυρας χρονολογείται στα 1431, με την επιδρομή του τουρκικού στόλου υπό τον Αλή Μπέη, την οποία απέκρουσαν τα τοπικά βενετικά και κερκυραϊκά στρατεύματα.
Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να αναφέρουμε κάποια στοιχεία για την αμυντική οργάνωση του νησιού κατά την εποχή της βενετικής κυριαρχίας. Το σχέδιο άμυνας της Κέρκυρας στηριζόταν στην υπεράσπιση δύο κυρίως οχυρωμένων θέσεων: του κάστρου του Αγίου Αγγέλου, γνωστό και ως Αγγελόκαστρο, και της πόλης της Κέρκυρας που θωράκιζε το Παλαιό Φρούριο στο οποίο κατά τα τέλη του 16ου αιώνα προστίθεται και το Νέο. Κάποιας μορφής άμυνα, κυρίως για την προστασία των κατοίκων της υπαίθρου, προβλεπόταν και στα ουσιαστικά εγκαταλελειμμένα οχυρώματα της Κασσιόπης στα βορειοανατολικά και του Γαρδικίου στα νότια.
Αντίθετα από ότι υποθέτουν πολλοί, ο αμυντικός αγώνας δεν ήταν αποκλειστικά υπόθεση των βενετικών στρατευμάτων, τα οποία συνήθως αποτελούσαν το ήμισυ των ενόπλων σωμάτων του νησιού. Οπωσδήποτε, τα τακτικά στρατεύματα των Βενετών είχαν ανώτερη μαχητική ικανότητα από την άποψη ότι ήταν καλύτερα εκπαιδευμένα και εξοπλισμένα, μεγάλος μέρος, όμως, των ένοπλων επιχειρήσεων διεξαγόταν από Κερκυραίους πολιτοφύλακες. Σε κάθε χωριό υπήρχε ένας αριθμός πολιτοφυλάκων (Cernidi), υπό τη διοίκηση ενός Κοντόσταβλου, ο οποίος σε καιρό ειρήνης είχε αστυνομικά καθήκοντα. Τα καθήκοντα των πολιτοφυλάκων ήταν να υπερασπίζουν τα χωριά από πειρατικές επιδρομές, και, σε περιπτώσεις τακτικών επιθέσεων, να συγκροτούν στρατιωτικές μονάδες με αποστολή να διεξάγουν επιθέσεις φθοράς στα μετόπισθεν του εχθρού. Εκτός από τους πολιτοφύλακες, υπήρχαν και οι ντόπιοι ιππείς που επάνδρωναν τα φεουδαλικά στρατιωτικά σώματα των Κερκυραίων αριστοκρατών τιμαριούχων. Για τα έφιππα αυτά σώματα δεν διαθέτουμε πολλές πληροφορίες, αλλά από κάποιες βιβλιογραφικές αναφορές φαίνεται πως δεν διέφεραν από το μοντέλο ιππότης-σεργέντες που συναντάμε στη Δύση κατά την ίδια περίοδο. Οι σεργέντες, βέβαια, στην περίπτωση της Κέρκυρας μάλλον είχαν τον οπλισμό και τις τακτικές των stradiotti.
Η επόμενη τουρκική επίθεση ήρθε στα 1537, ένα έτος που θεωρείται ορόσημο για την τοπική ιστορία… (η περίπτωση αυτή παρουσιάζεται σε άλλη ανακοίνωση από τον Κωνσταντίνο Γραμμένο).
Η οθωμανική επίθεση του 1571 που ακολούθησε, εντάσσεται στο πλαίσιο του βενετοτουρκικού πολέμου για την Κύπρο. Στο τέλος του καλοκαιριού, μία τουρκική δύναμη υπό τον Λουτσαλή αποβιβάστηκε στην Κέρκυρα. Την επίθεση αυτή, όπως εξιστορεί ο Κερκυραίος ιστορικός του 17ου αι., Ανδρέας Μάρμορας, την απέκρουσαν σχεδόν μόνοι τους οι Κερκυραίοι. Δύο αποσπάσματα ιππέων υπό την ηγεσία του Γεωργίου Μάρμορα και του Φίλιππου Ρονκόνη πέτυχαν σημαντικές νίκες επί των Οθωμανών, οι οποίοι δεν κατάφεραν να πολιορκήσουν την πόλη και γι’ αυτό επιτέθηκαν στο Αγγελόκαστρο. Ούτε αυτό το οχυρό , όμως, κατάφεραν να καταλάβουν, και αποχώρησαν με σημαντικές απώλειες, λεηλατώντας παρ' όλα αυτά πολλά χωριά, ενώ σκότωσαν όσους από τους κατοίκους συνάντησαν στο πέρασμά τους.
Οι Οθωμανικές επιθέσεις κλείνουν με την επική πολιορκία του 1716. Λίγα χρόνια πριν, χάρη στην εκστρατεία του Φραγκίσκου Μοροζίνι στα 1684, οι Τούρκοι είχαν χάσει πολλά εδάφη από τους Βενετούς. Τα σημαντικότερα από αυτά ήταν η Δαλματία στη σημερινή Κροατία και η Πελοπόννησος. Στα 1715, οι Οθωμανοί επιτίθενται και καταλαμβάνουν με ευκολία τον Μοριά, τη Λευκάδα, καθώς και κάποια νησιά που κατείχαν οι Βενετοί στο Αιγαίο. Η σειρά της Κέρκυρας ήταν σίγουρο πως δεν θα αργούσε. Ευτυχώς για τον τόπο μας, η Βενετική Δημοκρατία επέλεξε σαν ανώτατο αρχηγό των ενόπλων της δυνάμεων τον Ματθία φον Σούλεμπουργκ, γνωστό στην παλαιότερη βιβλιογραφία ως Σχολεμβούργο, έναν Γερμανό επαγγελματία στρατιωτικό που είχε αποδείξει την αξία του στα θέατρα των ευρωπαϊκών πολέμων της εποχής.
Ο Σούλεμπουργκ έφτασε στην Κέρκυρα στις αρχές του 1716, και άρχισε αμέσως να εργάζεται νυχθημερόν, μαζί με τον υπασπιστή του, τον Κερκυραίο Δημήτριο Στρατηγό, για την άμυνα του νησιού. Η προετοιμασία ήταν επίπονη, καθώς οι οχυρώσεις δεν είχαν συντηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ ο Σούλεμπουργκ είχε να αντιμετωπίσει την έλλειψη ανδρών, αφού η φρουρά του νησιού ανερχόταν σε μόλις 2500 άνδρες, και την ανεπάρκεια- πολεμικού υλικού. Παρ' όλα αυτά, κατόρθωσε μέσα σε λίγους μήνες να βελτιώσει τα πράγματα.
Η απόβαση των Οθωμανικών στρατευμάτων πραγματοποιήθηκε στις αρχές Ιουλίου του 1716. Οι Οθωμανικές δυνάμεις που αποβιβάστηκαν στην Κέρκυρα μέχρι το τέλος του μήνα ανέρχονταν σε 30.000, από τους οποίους 3.000 ήταν ιππείς. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ένα μέρος του στρατεύματος αυτού αποτελούταν από σώματα Ελλήνων οπλαρχηγών του Μοριά και της Ρούμελης, οι οποίοι δεν είχαν διστάσει να ακολουθήσουν τους Τούρκους εναντίον άλλων Ελλήνων, με την προοπτική της λαφυραγώγησης. Λίγο νωρίτερα είχαν συμμετάσχει στην κατάληψη της Λευκάδας, και στα δεινά που βρήκαν τους κατοίκους της από τις δυνάμεις των κατακτητών.
Ειδικά αυτό το τελευταίο στοιχείο, δηλαδή η πτώση της Λευκάδας και τα όσα επακολούθησαν εκεί, οδήγησαν τους Κερκυραίους, κυρίως μετά την εμφάνιση του χριστιανικού στόλου και την εξασφάλιση των θαλασσίων επικοινωνιών, να προσφέρονται μαζικά ως εθελοντές για την υπεράσπιση του νησιού, με αποτέλεσμα ο αριθμός των Κερκυραίων στρατιωτών να δεκαπλασιαστεί: από τους τριακόσιους που ανήκαν στη φρουρά πριν την εισβολή, έφταναν τώρα τους 3.000.
Ο Σούλεμπουργκ, γνωρίζοντας, ίσως τα γεγονότα του 1571 που αναφέραμε παραπάνω, διέταξε τα σώματα των Κερκυραίων ιππέων να διεξάγουν καταδρομικές αποστολές στα νώτα του εχθρού, τις οποίες έφεραν εις πέρας με επιτυχία, αν και με σημαντικές απώλειες. Η μαχητική αξία των Κερκυραίων, φάνηκε εξάλλου σε όλη τη διάρκεια της επικής αυτής πολιορκίας, τόσο στην περίπτωση της απόλυτα επιτυχημένης άμυνας των ντόπιων στην περιοχή του Περάματος, απ’ όπου απαγόρευσαν κάθε κίνηση των εχθρικών στρατευμάτων προς Νότον, όσο και στην περίπτωση της άμυνας του προμαχώνα Σαραντάρη.
Η κρισιμότερη στιγμή της πολιορκίας ήρθε στις 7 Αυγούστου, όταν οι Οθωμανοί Γενίτσαροι, ύστερα από αποτυχημένη επιθετική ενέργεια των Χριστιανικών δυνάμεων, κατόρθωσαν να καταλάβουν τον προμαχώνα Σκάρπωνα.. Από εκεί, οι Γενίτσαροι επιχείρησαν να καταλάβουν το ίδιο το Νέο Φρούριο, όμως τους εμπόδισε η φρουρά των μόλις 60 Κερκυραίων που το επάνδρωνε, όπως και εκείνοι που αμύνονταν επί του προμαχώνα Σαραντάρη. Ο Στρατάρχης, αντιλαμβανόμενος την αποφασιστικότητα των ντόπιων να προστατέψουν τα σπίτια τους, τους χρησιμοποίησε μαζικά στις αντεπιθέσεις που εξαπέλυσε για την ανακατάληψη του Σκάρπωνα. Μετά από πολύωρη μάχη και επανειλημμένες ενέργειες, ο προμαχώνας επανήλθε υπό τον έλεγχο των αμυνόμενων, και οι Οθωμανοί υποχώρησαν άτακτα, αφήνοντας πίσω τους γύρω στους 5.000 νεκρούς, ενώ είχαν άλλους τόσους περίπου τραυματίες.
Ύστερα από λίγες μέρες, οι Οθωμανοί αποχώρησαν από το νησί, έχοντας για μία ακόμη φορά αποτύχει να το καταλάβουν. Οι περιπέτειες, βέβαια, των Κερκυραίων δεν τελείωσαν τότε, αφού σύντομα ανέλαβαν επιθετικές ενέργειες για την ανακατάληψη των Ηπειρωτικών περιοχών που ανήκαν στην Κέρκυρα, όπως το Βουθρωτό και η Σαγιάδα.

ΟΙ ΕΠΙΘΕΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΩΝ ΚΕΡΚΥΡΑΙΩΝ

Ας μη μας κάνει εντύπωση: οι Κερκυραίοι δεν κατέβαλαν μόνο προσπάθειες για να κρατήσουν τους Οθωμανούς μακριά από το νησί τους. Ανελάμβαναν συχνά μέρος στις προσπάθειες των Βενετών για την κατάληψη περιοχών της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Αυτές οι ενέργειες γινόταν συχνά κατόπιν αιτημάτων των υπόδουλων Ελλήνων, και σχεδόν πάντα είχαν αίσια έκβαση στην αρχή, δεν ευοδώνονταν όμως τελικά, αφού οι Έλληνες ανακάλυπταν σύντομα πως απλώς είχαν αλλάξει αφέντη, ο οποίος μάλιστα είχε αυστηρότερους νόμους και επέβαλλε τον κοινωνικό διαχωρισμό. Συνηθισμένοι όπως ήταν στον χαλαρό κρατικό έλεγχο στο πλαίσιο του Οθωμανικού κράτους, αντιδρούσαν στη στιβαρή διοικητική οργάνωση και τον κοινωνικό διαχωρισμό που επέβαλλαν οι Βενετοί, και σύντομα έφταναν στο σημείο να συνεργάζονται με τους Οθωμανούς για την εκδίωξή τους.
Η πρώτη επιθετική ενέργεια των Κερκυραίων κατά των Οθωμανών πραγματοποιήθηκε στα 1454, ένα χρόνο μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Τότε, κερκυραϊκά στρατεύματα, κατέλαβαν το Βουθρωτό και την Πάργα.
Λίγα χρόνια αργότερα, στα 1462, 2.000 Κερκυραίοι υπεράσπισαν την τοποθεσία Εξαμίλια κοντά στο Βουθρωτό, απέναντι από τον Άγιο Στέφανο. Μερικούς μήνες μετά άλλοι 1000 Κερκυραίοι συμμετείχαν στην προσπάθεια των Βενετών να καταλάβουν την Πάτρα, και άλλοι 500 έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις της Κορίνθου. Οι επιχειρήσεις αυτές δεν πέτυχαν τους στόχους τους, όπως και εκείνη του 1469 στο Μαυροβούνιο, στην οποία έλαβαν επίσης μέρος οι Κερκυραίοι.
Αντίθετα, επιτυχημένη ήταν η εκστρατεία που ανέλαβαν τα κερκυραϊκά στρατεύματα υπό τον Γερόλαμο Μολένο από κοινού με τους ντόπιους στη Β. Ήπειρο στα 1475. Η εκστρατεία αυτή πέτυχε να απελευθερώσει μια μεγάλη περιοχή από τη Χειμάρα μέχρι τη Σαγιάδα, στην οποία κατά τον Μάρμορα περιλαμβάνονταν πάνω από 200 χωριά και κωμοπόλεις. Δυστυχώς, οι περιοχές αυτές δεν άντεξαν για πολύ στις τουρκικές επιθέσεις που ακολούθησαν, εκτός από τη Σαγιάδα και κάποια οχυρά στις εκβολές του Καλαμά, τα οποία έμειναν σε κερκυραϊκά χέρια.

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

Είδαμε πόσο δεινοπάθησε η Κέρκυρα από τις Οθωμανικές επιθέσεις κατά τον 16ο αιώνα, στα 1537 και στα 1571. Παρ' όλα αυτά, οι Κερκυραίοι κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν σημαντικά στρατεύματα και να επανδρώσουν τέσσερις γαλέρες, με τις οποίες έλαβαν μέρος στην περίφημη Ναυμαχία της Ναυπάκτου τον Οκτώβρη του 1571 που ακολούθησε την Πτώση της Αμμοχώστου στους Τούρκους και τις φοβερές σφαγές που συνέβησαν εκεί. Περισσότεροι από χίλιοι Κερκυραίοι πολέμησαν στη ναυμαχία, υπό τις διαταγές των Πέτρου Μπούα, Χριστόφορου Κοντόκαλη, Γεωργίου Κοκκίνη, Στυλιανού Χαλικιόπουλου και Μάρκου Φιομάχου, οι οποίοι ήταν κυβερνήτες των κερκυραϊκών γαλερών, οι οποίες έφεραν τα ονόματα «Αετός της Κέρκυρας»,«Ο Χριστός της Κέρκυρας», «Άγιος Μιχαήλ» και «Άγγελος της Κέρκυρας», αντίστοιχα, ενώ το όνομα της γαλέρας του Φιομάχου ήταν «Ο Άγιος Πέτρος».
Η μέχρι σήμερα καθεστηκίυα άποψή ήταν ότι στη Ναύπακτο παρατάχθηκαν μόνο οι τέσσερις πρώτες γαλέρες. Οι σχετικοί κατάλογοι, όμως, μας πληροφορούν για την παρουσία και της γαλέρας του Φιομάχου στην οπισθοφυλακή της χριστιανικής παράταξης. Η συμμετοχή της γαλέρας αυτής πρέπει πλέον να καταγραφεί στην κερκυραϊκή ιστορία.
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι η υπηρεσία στις γαλέρες ήταν ιδιαιτέρως επίπονη και εξουθενωτική. Εκτός της μεγάλης φονικότητας των ναυμαχιών της εποχής, όπως και των μαχών στην ξηρά, αφού τα πληρώματα των γαλερών χρησιμοποιούνταν συχνά και για πεζοναυτικές επιχειρήσεις, πολλοί από τους υπηρετούντες στο ναυτικό πέθαιναν λόγων της εξάντλησης και των ασθενειών που θέριζαν τα πληρώματα.
Ξαναγυρνώντας, τώρα στα της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου, της μεγαλύτερης ναυμαχίας που πραγματοποιήθηκε ποτέ στα νερά της Μεσογείου, πρέπει να αναφέρουμε ότι οι πρόγονοί μας πολέμησαν με μεγάλη γενναιότητα και αυταπάρνηση, έχοντας στο μυαλό τους τα δεινά που είχαν υποστεί οι ίδιοι αλλά και οι Κύπριοι αδελφοί τους. Τα ονόματα του Χριστόφορου Κοντόκαλη και του Πέτρου Μπούα χαράχτηκαν για πάντα στις σελίδες της Ιστορίας. Κοντά σ’ αυτούς ένα πλήθος άγνωστων μέχρι σήμερα αγωνιστών από το νησί.
Η Γαλέρα του Χριστόφορου Κοντόκαλη έπλεε στο κέντρο της χριστιανικής παράταξης, με αποστολή την κάλυψη της ναυαρχίδας του συμμαχικού στόλου, επί της οποίας επέβαινε ο Αρχιναύαρχος Δον Ζουάν ο Αυστριακός. Στην εξέλιξη της μάχης, ο Κοντόκαλης και το πλήρωμά του, σύμφωνα με τον Μάρμορα, όχι μόνο προστάτεψε τη χριστιανική ναυαρχίδα, αλλά κατάφερε μετά από πολύωρο αγώνα να καταλάβει την καπιτάνα του Πασά της Ρόδου, την οποία ρυμούλκησε μέχρι το Μαντράκι και την παρέδωσε μαζί με τον Τούρκο Πασά στον τότε Γενικό Προβλεπτή, Αντρέα Μπαρμπαρίγο. Για το κατόρθωμα αυτό, ο Κοντόκαλης έλαβε τον τίτλο του Δούκα, τον ανώτατο τίτλο ευγενείας που απένειμε το Βενετικό Κράτος.
Ο Πέτρος Μπούας από την άλλη, εξαιτίας των ενεργειών του διοικητή της νότιας πτέρυγας του συμμαχικού στόλου, του Γενοβέζου Αντρέα Ντόρια, αναγκάστηκε να θυσιάσει το σκάφος του για να προστατέψει τη χριστιανική παράταξη. Ο Ντόρια που διοικούσε το δεξί πλευρό του χριστιανικού στόλου, προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση με την απέναντί του εχθρική παράταξη κινούμενος νότια. Ο ελιγμός αυτός είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ρήγμα στο χριστιανικό μέτωπο, το οποίο έσπευσε να εκμεταλλευτεί ο Αλγερινός ναύαρχος του οθωμανικού αριστερού. Μερικές βενετικές γαλέρες κινήθηκαν βόρεια (χωρίς να προηγηθεί διαταγή του Ντόρια), αλλά κυκλώθηκαν από τα πλοία των Σαρακηνών, καθυστερώντας τους όμως αρκετά ώστε η χριστιανική οπισθοφυλακή να καλύψει το κενό. Έτσι, η γαλέρα του Μπούα καταλήφθηκε από τους Αλγερινούς της νότιας Οθωμανικής πτέρυγας, και ο ίδιος οδηγήθηκε στον διοικητή της, Ουλούτζ Αλή. Εκείνος, αντί να τον κρατήσει αιχμάλωτο για λύτρα όπως ήταν η συνήθεια της εποχής, και οργισμένος, προφανώς, για τις απώλειες που του είχε επιφέρει το κερκυραϊκό πλοίο στο μεταξύ, έβαλε τους ναύτες του να γδάρουν τον Κερκυραίο αριστοκράτη ζωντανό, καθιστώντας τον εθνομάρτυρα, πολύ πριν επινοηθεί ο όρος αυτός. Μόνο να φανταστούμε μπορούμε την τύχη που είχαν οι υπόλοιποι Κερκυραίοι του πληρώματος.

ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΚΑΙ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ

Ο 17ος αιώνας που ακολούθησε, δεν έφερε την ειρήνη για την Κέρκυρα. Μπορεί οι Οθωμανοί να μην απείλησαν το νησί, όπως το 1537 και το 1571, αλλά οι Κερκυραίοι δεν έπαψαν να πολεμούν. Ο Κρητικός Πόλεμος και η εκστρατεία του Μοροζίνι στην Πελοπόννησο απετέλεσαν πολύχρονες πολεμικές αναμετρήσεις, οι οποίες ουσιαστικά δεν έληξαν παρά στα 1716 με την πολιορκία που περιγράψαμε πιο πάνω.
Παρά τα εσωτερικά προβλήματα του νησιού, με τις μεγάλες εξεγέρσεις των χωρικών κατά των γαιοκτημόνων τιμαριούχων, στρατιώτες και ναύτες από την Κέρκυρα συμμετείχαν στην άμυνα της Κρήτης, σε έναν πόλεμο που κράτησε για αρκετές δεκαετίες, και που έληξε στα 1669 με την πτώση του Χάνδακα. Δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί ο αριθμός των Κερκυραίων που πολέμησαν για τη διάσωση της μεγαλονήσου, αρκεί όμως να αναφέρουμε ότι ο πόλεμος αυτός κόστισε 150 εκατομμύρια δουκάτα και 200.000 νεκρούς, για να υποψιαστούμε το μέγεθος των θυσιών τους.
Δεκαπέντε χρόνια μετά την πτώση του Χάνδακα, στα 1684, ξεσπά νέα βενετοτουρκική σύρραξη στο πλαίσιο ενός νέου ευρωπαϊκού πολέμου κατά των Οθωμανών. Βενετικά στρατεύματα υπό τον στρατηγό Φραγκίσκο Μοροζίνι, επικουρούμενα από χριστιανικό στόλο στον οποίο ήταν ενταγμένη και μία κερκυραϊκή γαλέρα, ξεκινά εκστρατεία για την απόσπαση ελληνικών εδαφών από τη σουλτανική κυριαρχία. Η πρώτη μεγάλη επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στη Λευκάδα, η οποία καταλήφθηκε από τα ελληνοβενετικά στρατεύματα, μεταξύ των οποίων διακρίθηκαν και τα σώματα των Κερκυραίων λοχαγών Μανέτα, και Δελλαδέτσιμα. Ακολούθησε η κατάληψη της Πρέβεζας και τον επόμενο χρόνο, η απόκρουση της Οθωμανικής αντεπίθεσης στην περιοχή του Βάλτου και του Ξηρομέρου από τους Στερεοελλαδίτες επαναστάτες που είχαν ενισχυθεί από το σώμα του Δελλαδέτσιμα.
Στη συνέχεια, το καλοκαίρι του 1685, οι δυνάμεις του Μοροζίνι αποβιβάζονται κοντά στην Κορώνη αρχίζοντας έναν αγώνα που κράτησε τέσσερα περίπου χρόνια για την κατάληψη της Πελοποννήσου. Οι Κερκυραίοι στρατιώτες, ενταγμένοι στους μικτούς στρατούς της χριστιανικής παράταξης, συμμετείχαν σε μία ταχύτατη προέλαση κερδίζοντας τις μάχες με τους κατάπληκτους Οθωμανούς, τη μία μετά την άλλη. Στην Κορώνη, τη Μεθώνη, την Κυπαρισσία, την Καλαμάτα, το Ναύπλιο, το Άργος, το Αίγιο, την Πάτρα, την Κόρινθο και την Στερεά, τα κερκυραϊκά όπλα κέρδισαν τη δόξα, υπενθυμίζοντας την αξία τους κατά του Ασιάτη κατακτητή των Βαλκανίων. Με την υπογραφή της συνθήκης του Κάρλοβιτς στα 1699, αναγνωριζόταν η κυριαρχία της Βενετικής Δημοκρατίας επί της Πελοποννήσου.
Αν και μετά το 1716 και μέχρι το τέλος της Βενετικής κυριαρχίας στα Επτάνησα το 1797, δεν έχουμε άλλες συγκρούσεις μεταξύ Βενετών και Οθωμανών, δεν συμβαίνει το ίδιο και για τους κατοίκους των νησιών. Οι Επτανήσιοι, πιστοί στην παράδοση των ενθοαπελευθερωτικών αγώνων, συμμετέχουν στα Ορλοφικά του 1770. Οι Επτανήσιοι, και μεταξύ αυτών πολλοί Κερκυραίοι, έδωσαν το παρόν στον επαναστατικό αγώνα της Πελοποννήσου, ο οποίος, δυστυχώς δεν καρποφόρησε, στα πεδία μάχης της Πάτρας και της Μεθώνης.
Και φτάνουμε, στην μεγάλη ελληνική επανάσταση του 1821. Αντίθετα απ’ ότι πιστεύουν οι περισσότεροι λόγω της απουσίας οποιασδήποτε αναφοράς στα σχολικά βιβλία της ιστορίας, οι Επτανήσιοι και μεταξύ αυτών οι Κερκυραίοι, είχαν σημαντική παρουσία στα πεδία των μαχών για την ελευθερία των Ελλήνων. Μία δικαιολογία για τους συγγραφείς των βιβλίων αυτών αποτελεί ίσως το γεγονός ότι οι περισσότεροι Επτανήσιοι αγωνίστηκαν στα σώματα των Φιλελλήνων, αφ’ ενός γιατί, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, στα σώματα αυτά έπρεπε να υπηρετούν Έλληνες που γνώριζαν τις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, και, αφ’ ετέρου γιατί, τα υπόλοιπα επαναστατικά στρατεύματα αποτελούνταν στην ουσία από ιδιωτικούς στρατούς μεγάλων αρματολών και πλούσιων προκρίτων, και αποτελούσαν περιβάλλον ξένο προς τους Επτανησίους που είχαν την εμπειρία των τακτικών στρατιωτικών σχηματισμών.
Σε κάθε περίπτωση, οι Επτανήσιοι έδωσαν το παρόν σε πολλές συγκρούσεις, όπως στην ατυχή μάχη του Πέτα κατά τη διάρκεια της οποίας, εξ αιτίας της υποχώρησης των άτακτων ελληνικών σωμάτων και της προδοτικής κατά πολλούς στάσης του οπλαρχηγού Μπακόλα το μικτό Σώμα Φιλελλήνων και Επτανησίων βρέθηκε να αντιμετωπίζει το σύνολο του τουρκικού ιππικού χωρίς οποιαδήποτε κάλυψη από φίλια τμήματα. Όπως είναι φυσικό, το σώμα εξολοθρεύτηκε αφήνοντας 80 περίπου Επτανησίους και 120 Φιλέλληνες νεκρούς στο πεδίο της μάχης. Αντίθετα, οι Επτανήσιοι εθελοντές κατάφεραν να καταλάβουν το τουρκικό προπύργιο στην Ηλεία, το αμιγώς τουρκικό χωριό Λάλα, ενώ στη μάχη για την Άλωση της Τριπολιτσάς, αναφέρεται ότι ο Κωλοκοτρώνης είχε ως φρουρά ένα σώμα πεντακοσίων περίπου Επτανησίων οι οποίοι συμμετείχαν στις επιχειρήσεις. Είναι γνωστές άλλωστε οι υπηρεσίες που προσέφεραν στον αγώνα οι Παξινοί και άλλοι Επτανήσιοι με τα πλοία τους.
Θα περίμενε κανείς ότι με την Ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους και την Ένωση των Επτανήσων με αυτό, οι αγώνες των Κερκυραίων θα περιορίζονταν στην υπηρεσία στον Εθνικό Στρατό. Η ιστορία, όμως καταδεικνύει ότι οι Κερκυραίοι είχαν αντίληψη της ιδιαίτερης πολεμικής τους παράδοσης για την απελευθέρωση του υπόδουλου ελληνισμού από τους Οθωμανούς. Ορμώμενοι από αυτήν ακριβώς την παράδοση, όπως και από τις φιλελεύθερες ιδέες που πρώτα απ' όλες τις περιοχές της Ελλάδας ευδοκίμησαν στο νησί μας, συμμετείχαν αφειδώς και με ενθουσιασμό σε κάθε επαναστατικό ξέσπασμα, από τη Μακεδονία και την Ήπειρο έως την Κρήτη. Ένοπλα σώματα εθελοντών Επτανησίων υπό την ηγεσία της αφρόκρεμας της μορφωμένης κερκυραϊκής νεολαίας, έδωσαν το παρόν στις εξεγέρσεις του 1854-5 στην Ήπειρο, του 1878-80 στη Δυτική Μακεδονία και τη Θεσσαλία, στον Μακεδονικό Αγώνα, και την Κρητική Επανάσταση του 1896 στην οποία συμμετείχαν πολλοί Κερκυραίοι με το εθελοντικό σώμα των Λορέντζου Μαβίλη και Ντίνου Θεοτόκη.

ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟ

Ο «ατυχής» κατά τον όρο της εποχής πόλεμος του 1897, βρήκε πολλούς Κερκυραίους κληρωτούς και εθελοντές να πολεμούν στα μέτωπα της Θεσσαλίας και της Ηπείρου. Αν και ο πόλεμος αυτός υπήρξε ολέθριος για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, αφού, λόγω της ελλιπούς προετοιμασίας και της ανικανότητας της ανώτερης ηγεσίας, οι Οθωμανοί έφτασαν μέχρι τη Λαμία, οι Κερκυραίοι, μεταξύ άλλων, όπως η ταξιαρχία του Σμολένσκη, στάθηκαν εξαίρεση του κανόνα των άτακτα υποχωρούντων στρατευμάτων, υπερασπιζόμενοι με σθένος την ελληνική γη. Το 10ο Πεζικό Σύνταγμα της Κέρκυρας είχε απώλειες 81 νεκρούς και πάνω από 300 τραυματίες, οι περισσότεροι από τους οποίους προέρχονταν από το 1ο Τάγμα, το οποίο είχε αμυνθεί στη θέση Πέντε Πηγάδια υπό τον Τχη Κωνσταντίνο Κουμουνδούρο και διαλύθηκε υπό την ισχυρή πίεση του υπερτερούντος εχθρού. Κατά τη διάρκεια του πολέμου αυτού, στο Μέτωπο της Ηπείρου συμμετείχε και το εθελοντικό σώμα των Μαβίλη και Θεοτόκη, το οποίο όπως είδαμε είχε συμμετάσχει και στην Κρητική Επανάσταση έναν χρόνο νωρίτερα. Ο Μαβίλης, μάλιστα, κατά τη διάρκεια της μάχης στον Λούρο, τραυματίστηκε στο χέρι.
Και φτάνουμε στην εποποιία των βαλκανικών πολέμων του 1912-13. Οι Κερκυραίοι συμμετείχαν στον τιτάνιο αγώνα με τον εχθρό και τον χρόνο με το 10ο Πεζικό Σύνταγμα, το οποίο ήταν ενταγμένο στην Τρίτη Μεραρχία Πεζικού. Από την αρχή του πολέμου με τους Οθωμανούς, μέχρι τη λήξη του πολέμου με τους Βούλγαρους, το 10ο Σύνταγμα απέδειξε επανειλλημένως την αξία του, και γι’ αυτό η σημαία του τιμήθηκε με τον Στρατιωτικό σταυρό Α΄ Τάξης και το αριστείο Ανδρείας, επίσης Α΄ Τάξης.
Στην περίφημη μάχη του Σαρανταπόρου, με διοικητή τον Συνταγματάρχη Αναστάσιο Παπούλα, το 10ο Σύνταγμα δέχτηκε αδιαμαρτύρητα την παράλογη στρατηγικά διαταγή του Γενικού στρατηγείου για κατά μέτωπον επίθεση στην άριστα οχυρωμένη τοποθεσία του Γλυκόβου, την οποία και κατέλαβε με εφ’ όπλου λόγχη επίθεση, όπως και το ίδιο το χωριό Σαραντάπορο. Ακολούθησε η Μάχη των Γιαννιτσών, κατά τις επιχειρήσεις της οποίας το κερκυραϊκό Σύνταγμα κάλυψε από Νότον την ελληνική παράταξη, εκκαθαρίζοντας το δάσος που βρισκόταν στην όχθη της Λίμνης των Γιαννιτσών.
Μετά την παράδοση της Θεσσαλονίκης, και, σχεδόν χωρίς ανάπαυση, το 10ο Σύνταγμα, πάντα στο πλαίσιο της ΙΙΙ Μεραρχίας, πεζοπορεί μέχρι την περιοχή της Καστοριάς και συμμετέχει στη μάχη της Μπιλίστας στην προσπάθεια των ελληνικών δυνάμεων για την απελευθέρωση της Β. Ηπείρου. Ακολούθως, προέλασε στα βόρεια της Κορυτσάς, εισερχόμενο ως σφήνα μεταξύ των τουρκικών και των Αλβανικών δυνάμεων, αποτρέποντας την μεταξύ τους επικοινωνία και συνεργασία.
Συνεχίζοντας την εκστρατεία του στην Ήπειρο, το Σύνταγμα της Κέρκυρας έλαβε μέρος στη μάχη της Κλεισούρας, της οποίας κατέλαβε το βόρειο πέρασμα, εμποδίζοντας οποιαδήποτε τουρκική ή αλβανική κίνηση υποστήριξης της 23ης ενισχυμένης Τακτικής Οθωμανικής Μεραρχίας και των επιστρατευμένων μονάδων που αμύνονταν στα Γιάννενα. Στον αγώνα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, μπορεί να μη συμμετείχε το 10ο Σύνταγμα, η Κέρκυρα όμως, έδωσε το παρόν με τους εθελοντές του σώματος των Γαριβαλδινών του Λορέντζου Μαβίλη. Το σώμα του Μαβίλη πολέμησε γενναία στην προσπάθεια κατάληψης του στενού των Πέντε Πηγαδιών στον τομέα του Δρίσκου, όμως, κατά σφοδρή μάχη που διεξήχθη στις 28 Νοεμβρίου, ο ίδιος ο Μαβίλης έχασε τη ζωή του, δεχόμενος μία σφαίρα στο κεφάλι.
Κατά τον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο κατά των Βουλγάρων, το 10ο Σύνταγμα έδωσε και πάλι τα διαπιστευτήρια της μαχητικής αρετής των Κερκυραίων. Στις επιχειρήσεις του Συντάγματος κατά τους βαλκανικούς πολέμους είχαν πέσει στο πεδίο της μάχης πάνω από 500 Κερκυραίοι.
Λίγα χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, οι Κερκυραίοι συμμετείχαν στον τιτάνιο αγώνα του ελληνικού στρατού στα βάθη της Ανατολίας. Ακόμα και στην ολέθρια φάση της κατάρρευσης του μετώπου, όταν ολόκληρα στρατιωτικά τμήματα υποχωρώντας άτακτα αιχμαλωτίζονταν από τους Τούρκους του Κεμάλ Ατατούρκ, το 10ο Σύνταγμα, πάντα στη δύναμη της ΙΙΙ Μεραρχίας, κατόρθωσε να υποχωρήσει με τάξη, αποκρούοντας τις επιθέσεις των τακτικών τουρκικών στρατευμάτων και των επελαυνόντων ατάκτων Τσετών.

(Η παραπάνω ανακοίνωση υποστηρήχθηκε από τον Ανδρέα Γραμμένο κατά τις εκδηλώσεις για την επέτειο της 25ης Μαρτίου που διοργάνωσε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Καλλαφατιώνων το 2007)

ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΓΙΑ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ.
ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΑΙ Η ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΔΗΛΑΔΗ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΑΚΤΗ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟΥ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ.