Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργασίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργασίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19/9/08

ΑΣΤΟΙ ΚΑΙ ΧΩΡΙΚΟΙ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΚΕΡΚΥΡΑ (1387 - 1797)

___________

Πρόλογος

Αν και η κυρίαρχη κοινωνική ομάδα στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές, και κυρίως υπεύθυνη για τη «μεγάλη» Ιστορία, ήταν η τάξη των αριστοκρατών, η ιστορία της εξέλιξης των πόλεων, αλλά και της επαφής τους με τους κατοίκους της υπαίθρου έχει να κάνει κυρίως με τους αστούς. Μπορεί οι αριστοκράτες να κρατούσαν στα χέρια τους εν πολλοίς την επαφή, πολιτική και πολιτιστική, του Λεβάντε με τη βενετική μητρόπολη, όμως η διάχυση των παραπάνω στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα οφειλόταν στους δραστήριους και αεικίνητους αστούς.
Η σύνδεση, άλλωστε, της μεσαίας με την ανώτερη τάξη, κάλυψε το κενό επικοινωνίας μεταξύ κορυφής και βάσης της κοινωνικής διαστρωμάτωσης της εποχής, η οποία είχε ταξικά εφαλτήρια. Δεν είναι τυχαίο ότι η ουσιαστική και έντονη επαφή των χωρικών της Κέρκυρας (και, κατά πολλούς η αλλοίωση της αρχαίας και βυζαντινής κουλτούρας τους) επήλθε όταν οι αστοί άρχισαν να κυριαρχούν στα πράγματα του νησιού.
Η παρούσα εργασία, βέβαια, δεν έχει ως αντικείμενο τις πολιτιστικές πτυχές της επαφής αστών και χωρικών, ούτε στοχεύει στην πλήρη κάλυψη των επαφών τους. Εστιάζει απλώς στην αντιπαραβολή των δύο τάξεων και την εξέταση των προφανών οικονομικών σχέσεων μεταξύ τους, επιχειρώντας μία πρώτη προσέγγιση μιας σχέσης μίσους και αγάπης, με απαρχές που χάνονται στον ύστερο μεσαίωνα, αν όχι πιο πίσω, και λήγει (;) στο κοινωνικό χωνευτήρι των τελών του 20ου αιώνα, οπότε η αστικοποίηση αφορά πλέον και τους κατοίκους της κερκυραϊκής υπαίθρου.
Πέραν της βιβλιογραφικής έρευνας (και χρησιμοποιώντας την ως συνδετικό υλικό), επιχειρήσαμε να προσεγγίσουμε τις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις των «κεφαλαιούχων» αστών με τους καλλιεργητές της γης της κερκυραϊκής υπαίθρου μέσω των τεκμηρίων που ανασύραμε από τα Α. Ν. Κ., αξιοποιώντας νοταριακές πράξεις ενδεικτικές των συναλλαγών τους.


Εισαγωγή

Η ιστορική αναδρομή φαντάζει συχνά ως η εύκολη λύση για την εισαγωγή μιας εργασίας. Όταν όμως η εργασία αφορά σε ιστορικά φαινόμενα, των οποίων η απαρχές είναι απαραίτητο να εντοπιστούν, ή έστω να προσεγγιστούν, η αναδρομή στην ιστορία ενός τόπου γίνεται απαραίτητη.
Προσπαθώντας, λοιπόν, να προσεγγίσουμε τις απαρχές των κοινωνικών δομών της νήσου της Κέρκυρας κατά τους αιώνες της βενετικής κυριαρχίας, βρισκόμαστε μπροστά στο ζήτημα του γαιοκτητικού καθεστώτος με βάση το οποίο οργανώθηκαν οι κοινωνικές τάξεις. Το ζήτημα που προκύπτει σχετικά είναι αυτό της εκκίνησης της ιστορικής μας αναδρομής: ο Α. Ιδρωμένος[1] (όπως και άλλοι, μεταγενέστεροι ιστορικοί), θεωρεί πως κάποιας μορφής τιμαριωτική οργάνωση προϋπήρχε της Ανδεγαυικής κατάκτησης, αναφερόμενος κυρίως σε επιστολή του Καρόλου του Ανδεγαυού (Charles d’ Anjoux), ο οποίος κατά το 1277 είχε ζητήσει από τον διοικητή της Κέρκυρας να του αποστείλει κατάλογο των τιμαρίων του νησιού και να του γνωστοποιήσει ποια από αυτά ανάγονται «στους αρχαιότατους χρόνους», δηλ. κατά τον συγγραφέα στους βυζαντινούς. Η αναφορά αυτή εντάσσεται στη συζήτηση σχετικά με το αν οι βυζαντινές πρόνοιες[2] συνιστούν τιμάρια ή όχι[3]. Ανεξάρτητα, πάντως από το αν οι πρόνοιες είχαν τιμαριωτικό χαρακτήρα, γεγονός είναι πως ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους ένα από τα συστατικά στοιχεία της οργάνωσης των επαρχιών ήταν ο καταμερισμός μέρους της υπαίθρου σε στρατιωτικού χαρακτήρα γεωγραφικές και πληθυσμιακές ενότητες υπό έναν κύριο – πολεμιστή.
Κρατώντας αυτή τη διαπίστωση ως χαρακτηριστικό της απώτερης ιστορίας της κοινωνικής και διοικητικής οργάνωσης της νήσου, και με γνώμονα την εστίαση της εργασίας στην περίοδο μετά τη μόνιμη εγκατάσταση δυτικών κυριάρχων στην περιοχή, θα χρησιμοποιήσουμε ως ορόσημο το έτος 1204, με τις γνωστές επιπτώσεις που είχαν τα γεγονότα αυτής της χρονιάς στη μετέπειτα πορεία του ελληνισμού εν γένει και της Κέρκυρας συγκεκριμένα[4].
Με την partitio terrarum imperii Romaniae, η νήσος της Κέρκυρας εντάχθηκε στο μερίδιο του ανεπίσημου πρωταγωνιστή της Δ΄ Σταυροφορίας, ο οποίος συνέβαλε τα μάλλα στη διάλυση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: τη Γαληνότατη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου. Εξ αιτίας της σθεναρής αντίστασης των Κερκυραίων, οι Βενετοί δεν κατάφεραν να καταλάβουν τη νήσο παρά το 1206. Αλλά και μετά την κατάκτηση, ως συνέπεια της δημογραφικής και στρατιωτικής ανωριμότητας του ναυτικού κράτους, αλλά και της ανάγκης να καταλάβει ταυτόχρονα άλλες, ευρύτερες περιοχές (π.χ. την Κρήτη), η Βενετική δημοκρατία δεν κατόρθωσε να επιβάλει άμεση κυριαρχία της επί της νήσου, παρά την παραχώρησε σε δέκα τιμαριούχους, κρατώντας την ψιλή κυριότητα. Για τη διοίκηση ή μάλλον το καθεστώς που διήπε την Κέρκυρα, οι Βενετοί χρησιμοποίησαν τις λεγόμενες «Ασσίζες της Ρωμανίας», τον διαμορφωμένο, δηλαδή για τις ελληνικές χώρες φεουδαλικού κώδικα που είχε βασιστεί σε αυτόν της Ιερουσαλήμ μετά την κατάληψη της Παλαιστίνης από τους Σταυροφόρους.
Η πρώτη αυτή βενετοκρατία για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω διήρκεσε μόνο μέχρι το 1214, οπότε την Κέρκυρα κατέλαβε ο Δεσπότης της Ηπείρου, Μιχαήλ Α΄ Άγγελος. Αν και για την περίοδο της κυριαρχίας των Δεσποτών της Ηπείρου τα πράγματα δεν είναι σαφή[5], οι νέοι, βυζαντινής προέλευσης, ηγεμόνες, φαίνεται πως χρησιμοποιούσαν αρκετές φεουδαλικές πρακτικές για τη διοίκηση της νήσου[6], παραχωρώντας, ταυτόχρονα, σημαντικά προνόμια και ατέλειες στους κατοίκους της. Ούτε, όμως και αυτό το καθεστώς κράτησε για πολύ. Στο πλαίσιο της γενικής πολιτικής ρευστότητας της εποχής και της αγωνιώδους προσπάθειας των βυζαντινών κρατιδίων να επιβιώσουν, στα 1259 ο Μιχαήλ Β΄ παραχώρησε την Κέρκυρα στον Μανφρέδο, βασιλιά της Σικελίας. Έπειτα από συγκρούσεις και αλλαγές στην εξουσία στη Νότιο Ιταλία, κύριος της ευρύτερης περιοχής, και της Κέρκυρας, γίνεται ο Κάρολος του οίκου των Anjoux (1267)[7].
Οι Ανδεγαυοί ηγεμόνες, ως Γάλλοι, επέβαλαν στην Κέρκυρα το αυστηρό φεουδαλικό καθεστώς που ίσχυε στη μητρόπολή τους, με την εξαίρεση κάποιων ειδικών περιπτώσεων που ο Δεσπότης της Ηπείρου είχε ζητήσει να διατηρηθούν ως είχαν. Ως πιστοί Καθολικοί και σύμμαχοι του Πάπα, κατήργησαν την ορθόδοξη Μητρόπολη και εγκαθίδρυσαν Λατινική Αρχιεπισκοπή. Ταυτόχρονα, διαίρεσαν τη νήσο σε τέσσερα βαϊλίκια (επαρχίες): του Γύρου, του Όρους, της Μέσης και της Λευκίμης, ενώ ο ανώτατος διοικητής ήταν ένας Καπιτάνος, ο οποίος αναφερόταν απ’ ευθείας στον βασιλέα. Τα υπάρχοντα τιμάρια αφαιρέθηκαν από τους προηγούμενους κατόχους τους και αποδόθηκαν σε νέους, Ιταλούς και Προβηγκιανούς, ενώ απονεμήθηκαν και πολλά νέα[8].
Η περίοδος της Ανδεγαυικής κυριαρχίας ήταν γεμάτη ταραχές και πόλεμο, αφού η γενικότερη πολιτική κατάσταση στη Ν. Ιταλία και τα Βαλκάνια εξακολουθούσε να είναι ρευστή. Δυναστικές έριδες, πόλεμοι μεταξύ Ανδεγαυών, Σικελών, Ναβαραίων και Δεσποτών της Ηπείρου, καθώς και επιδρομές κουρσάρων και μισθοφορικών στρατών, ταλάνισαν την περιοχή και ταλαιπώρησαν το νησί με προοδευτικά αυξανόμενη ένταση. Η δύσκολη αυτή κατάσταση, πάντως, οδήγησε τους αριστοκράτες και τους κατοίκους εν γένει της Κέρκυρας (του μπόργου[9] και της υπαίθρου) στο να αποκτήσουν μια ιδιαίτερη αίσθηση της πατρίδας και του κοινού συμφέροντος. Ως εκ τούτου, στα 1386, οι Κερκυραίοι (Ιταλοί, Γάλλοι και Έλληνες) αριστοκράτες, Λατίνοι, Εβραίοι και Έλληνες αστοί και οι κάτοικοι της υπαίθρου[10], αποφασίζουν από κοινού να θέσουν τη νήσο υπό την προστασία της Βενετίας.
Το Χρυσόβουλο (Bolla d’ oro) του 1387 που τελικά όρισε το νέο καθεστώς της Κέρκυρας υπό τη Βενετική κυριαρχία, αποτελεί ένα σημαντικότατο ορόσημο, αφού καθιέρωσε τους κανόνες λειτουργίας της κερκυραϊκής πολιτείας, καθώς και της εξέλιξη της τοπικής κοινωνίας από τούδε και μέχρι το 1797, αν όχι μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Με το Χρυσόβουλο αυτό, η Βενετική Δημοκρατία κατόρθωσε να ικανοποιήσει τόσο τους ντόπιους αριστοκράτες, των οποίων ο ρόλος στην πράξη υποταγής είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, όσο και τις δικές της επιδιώξεις ως κράτος εμπορικό και συγκεντρωτικό. Βασικά σημεία της συνθήκης ήταν το δικαίωμα των Κερκυραίων να αποστέλλουν πρεσβείες στη Βενετία, ο σεβασμός των δικαιωμάτων και των προνομίων των Κερκυραίων, η διατήρηση του Συμβουλίου των Πολιτών (Consilium Communitatis Corphiensis)[11], η σύσταση κρατικών δικαστηρίων με συμμετοχή των Κερκυραίων, καθώς και ανάληψη της ευθύνης επιβολής των ποινών από τον Βενετό κυβερνήτη του νησιού, αντί από τους τιμαριούχους, όπως ίσχυε μέχρι τότε.
Με βάση τα παραπάνω, η Κέρκυρα, αν και υπό την άμεση βενετική κυριαρχία, διατήρησε κάποιας μορφής ιδιαίτερης διοίκησης και απέκτησε επικοινωνία με τον πρωτοποριακό για την εποχή χώρο της Β. Ιταλίας, επωφελούμενη από τις εκεί πολιτιστικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις.


Γαιοκτησία και Κοινωνία

Όπως προαναφέραμε στην Εισαγωγή, το γαιοκτητικό σύστημα της Κέρκυρας έχει ποικίλες καταβολές και ιδιαιτερότητες. Αποτελεί στην ουσία ένα κρεολικό καθεστώς που εμπλέκει την αρχαιοελληνική και τη ρωμαιοβυζαντινή παράδοση, παντρεμένη με το φεουδαλικό καθεστώς των Ασσίζων της Ρωμανίας· και όλα αυτά με επιστέγασμα τη βενετική διοικητική πρακτική όπως αυτή συνδυάστηκε με τα παραπάνω με το Χρυσόβουλο του 1387.
Παρά ταύτα, το οργανόγραμμα του γαιοκτητικού συστήματος είχε πυραμιδική δομή, όπως και αυτό της κοινωνικής οργάνωσης που θα εξετάσουμε παρακάτω. Στην κορυφή τοποθετούνται οι δημόσιες γαίες[12], έπειτα τα απ’ ευθείας τιμάρια (ιδιωτικά και εκκλησιαστικά) και οι δημόσιες βαρωνείες[13], και τέλος, οι εκτός τιμαριωτικού συστήματος γαίες των ιδιωτών[14].



Τα τιμάρια διαιρούνταν σε απ' ευθείας φέουδα (Feudi diretti e Legali) και τις δημόσιες βαρωνείες. Το καθεστώς των απ’ ευθείας φέουδων οριζόταν από το θεσμικό πλαίσιο του Ναυπλίου (Statuti di Napoli di Romania), το οποίο καταρτίστηκε από τον ερανισμό των παλαιότερων φεουδαλικών εθίμων που ίσχυαν στις ελληνικές περιοχές και τις Ασσίζες της Ρωμανίας[15].
Δομικό στοιχείο του καθεστώτος των απ’ ευθείας τιμαρίων ήταν η ψιλή κυριότητα του βενετικού Δημοσίου επ’ αυτών, αφού, σύμφωνα με το φεουδαλικό τυπικό, τα φέουδα απορρέουν από την ανώτατη αρχή του κράτους, η οποία τα έχει παραχωρήσει στους δικαιούχους έναντι στρατιωτικής υπηρεσίας ή και χρηματικής ή υλικής προσόδου. Ως εκ τούτου, οι Κερκυραίοι δικαιούχοι των απ’ ευθείας φέουδων, ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν οι ίδιοι στρατιωτική υπηρεσία προς τη Βενετία, ή και να εξοπλίζουν στρατεύματα και πολεμικά σκάφη με δικά τους έξοδα. Ακόμη, ήταν υπόχρεοι μίας, τυπικής έστω, προσόδου προς τη βενετική Διοίκηση, ανεξάρτητα από την πραγματική αξία και το είδος της.
Ως απόρροια των παραπάνω, τα απ' ευθείας φέουδα ήταν αναπαλλοτρίωτα. Οι κάτοχοί τους δεν είχαν δικαίωμα να εκποιήσουν το σύνολο ή μέρος από αυτά, χωρίς την προηγούμενη και υπό προϋποθέσεις άδεια της βενετικής Διοίκησης της νήσου. Η σημαντικότερη προϋπόθεση ήταν να αναπληρώσουν τις εκποιούμενες εκτάσεις με άλλες, αντίστοιχου εμβαδού και ανάλογης ποιότητας.
Σημαντική για την ιστορία των απ’ ευθείας φέουδων και της πορείας των κατόχων τους στο πέρασμα του χρόνου ήταν η αρχή των πρωτοτοκίων που διήπε την κληρονομική διαδοχή σε αυτά. Πέραν του α΄ βαθμού συγγένειας, δικαιούχος κληρονομίας του φέουδου ήταν ο πρωτότοκος άρρενας της αμέσως επόμενης γενιάς του εκλιπόντος τιμαριούχου, ανεξάρτητα από τον βαθμό της μεταξύ τους συγγένειας. Η κατάσταση αυτή δημιουργούσε προϋποθέσεις κοινωνικής κινητικότητας για τα υπόλοιπα αρσενικά μέλη της οικογένειας, τα οποία έπρεπε να βρουν άλλους τρόπους προσπορισμού των αναγκαίων για τη διατήρηση των οικείων τους συνθηκών ζωής και την αναβάθμιση του κοινωνικού τους status. Δεν θα ήταν υπερβολή να θεωρήσουμε πως το παραπάνω τυπικό ουσιαστικά υποβοήθησε την αύξηση της δύναμης της μεσαίας τάξης, μέχρι την τελική επικράτησή της κατά τον 19ο αιώνα, αφού με τη δημογραφική ανάπτυξη και τη γενεαλογική εξάπλωση των οικογενειών της ανώτερης τάξης, αυξήθηκαν τα άτομα με αριστοκρατικές καταβολές που δεν είχαν πλέον μερίδιο στην εξουσία, και, αποζητώντας το, συντάχθηκαν με τους αστούς, ενισχύοντάς τους.
Ο μη αποκλεισμός, ακόμη, των γυναικών από τα κληρονομικά δικαιώματα επί των απ’ ευθείας φέουδων, συνέβαλλε στην κοινωνική κινητικότητα, αφού, ειδικά στους τελευταίους χρόνους της βενετοκρατίας, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις γάμων γυναικών κληρονόμων φέουδων με οικονομικά ισχυρούς αστούς, οι οποίοι αναβάθμιζαν με τον τρόπο αυτόν το κοινωνικό τους status.
Σε περίπτωση, τέλος, απουσίας απογόνων, η πλήρης κυριότητα του φέουδου επέστρεφε στο Δημόσιο, το οποίο το παραχωρούσε σε νέο ιδιοκτήτη, συνήθως σε μέλος της μεσαίας τάξης που πληρούσε τα κριτήρια ανόδου στην τάξη των αριστοκρατών. Η αρχέγονη, όμως, ανάγκη των τελευταίων δικαιούχων «να μη χαθεί το όνομα», οδηγούσε πολλούς στην υιοθεσία ατόμων που μπορούσαν να εγγραφούν στην ανώτερη τάξη, άρα και να κληρονομήσουν το φέουδο.
Στην κατηγορία των άμεσων φέουδων υπάγονταν και τα λεγόμενα εισηγμένα φέουδα, τα οποία συνίστατο σε μεγάλες ιδιωτικές εκτάσεις, τις οποίες ο ιδιοκτήτης τους επιθυμούσε να εγγράψει ως φέουδα, σε αναζήτηση κάποιου τίτλου. Προϋποθέσεις για την εγγραφή ως φέουδου μιας τέτοιας έκτασης, ήταν αφενός η αξία των γαιών να ανέρχεται σε τουλάχιστον 4000 δουκάτα, και αφετέρου ο υποψήφιος τιμαριούχος να καταβάλει στο Δημόσιο ταμείο εισφορά ύψους 500 δουκάτων, ποσά που διπλασιάζονταν στην περίπτωση που ο τελευταίος δεν ανήκε στην τάξη των αριστοκρατών.


Οι δημόσιες βαρωνείες

Στο πλαίσιο της τιμαριωτικής οργάνωσης της Κέρκυρας εντάσσονται και οι δημόσιες βαρωνείες, δηλαδή εκείνες οι φεουδαλικού χαρακτήρα γαιοπρόσοδοι (ως επί το πλείστον)[16] που παρείχε το δημόσιο σε δικαιούχους, τους βαρώνους, ή εμπαρούνους όπως απαντούν στα έγγραφα της εποχής. Ως προς τα άμεσα φέουδα διέφεραν στα εξής: α) οι δικαιούχοι μπορούσε να μην ανήκουν στην ανώτερη τάξη των αριστοκρατών, β) οι δικαιούχοι έφεραν μεν τίτλο[17], αλλά δεν είχαν πλήρη φεουδαρχικά δικαιώματα επί του φέουδου και των υποτελών του[18].
Ως εκ τούτου, οι δικαιούχοι των δημόσιων βαρωνειών, δεν είχαν τις δικαστικές και τις άλλες εξουσίες των φεουδαρχών της προηγούμενης κατηγορίας. Θα λέγαμε πως οι λειτουργίες της κούρτης[19] τους εξαντλούνταν στην καταμέτρηση των σε είδος αποδόσεων των εξαρτημένων από αυτούς καλλιεργητών.
Αν και η θέση των βαρώνων αυτού του είδους στο κοινωνικό σύστημα της εποχής ήταν προφανώς αναβαθμισμένη, αυτοί δεν έπαυαν να βρίσκονται στο περιθώριο της ανώτερης τάξης. Αυτό συνέβαινε γιατί η κατοχή μίας τέτοιας βαρωνείας δεν έδινε αυτόχρημα στον δικαιούχο της το δικαίωμα συμμετοχής στο Συμβούλιο της πόλης, ούτε της εγγραφής στη Χρυσόβιβλο (Libro d’ oro) της νήσου.


Τα εκκλησιαστικά τιμάρια

Η προσχώρηση της Κέρκυρας στη Βενετική Δημοκρατία δεν επέφερε ιδιαίτερες αλλαγές στα της εκκλησιαστικής περιουσίας ζητήματα. Όσον αφορά στα εκκλησιαστικά πράγματα και τα γαιοκτήματα των Ορθοδόξων και των Ρωμαιοκαθολικών εκκλησιών και μονών, το καθεστώς είχε κατά βάση διαμορφωθεί επί της ανδεγαυικής κυριαρχίας.
Όπως προαναφέραμε, ο Κάρολος ο Ανδεγαυός, ως πιστός Καθολικός και σύμμαχος του Πάπα, κατέλυσε την Ορθόδοξη Μητρόπολη και εγκαθίδρυσε στη θέση της μία Λατινική Αρχιεπισκοπή, θεσπίζοντας συγχρόνως τη μεταφορά μεγάλου μέρους της περιουσίας της. Ταυτοχρόνως, απέσπασε Ορθόδοξες εκκλησίες από τους προηγούμενους κατόχους τους και τις απέδωσε, συμπεριλαμβανομένης της έγγειας περιουσίας τους, στους Λατίνους.
Η κατάσταση αυτή εισήγαγε στη νήσο, πέρα από το μέχρι τότε γνωστό καθεστώς των εκκλησιαστικών κτημάτων, και αυτό των εκκλησιαστικών (της Καθολικής εκκλησίας) τιμαρίων[20].


Σχέση γαιοκτησίας και κοινωνικής οργάνωσης με την διοικητική οργάνωση της Κέρκυρας

Σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση της λειτουργίας των τάξεων στη βενετοκρατούμενη Κέρκυρα, αλλά και των «πολιτικών» εκδηλώσεων των μελών τους, αποτελεί το κατεστημένο διοικητικό σύστημα της νήσου, και πιο συγκεκριμένα, οι κανόνες που διήπαν τη διαμόρφωση και την απάρτιση του Συμβουλίου της Κοινότητας της Κέρκυρας.
Το Συμβούλιο της Κοινότητας (Communitá) της Κέρκυρας[21], ο σημαντικότερος θεσμός της εγχώριας διοίκησης, ο οποίος είχε την αρμοδιότητα του διορισμού ενός αριθμού τοπικών αξιωματούχων, αποτελούταν αρχικά, και κατά το καθεστώς των ρωμαιο-βυζαντινών άστεων, από πενήντα έως εξήντα Κερκυραίοι, ευγενείς (zentilhomeni) και απλοί πολίτες (popolari). Η κατάχρηση, όμως, των όρων περί της συγκρότησης του Συμβουλίου δημιούργησε προβλήματα, καθώς, καθ’ ομολογίαν των Κερκυραίων στην Πρεσβεία του 1440[22], εκλέγονταν σε αυτό άτομα ξένης καταγωγής και αμφιβόλου αξίας. Στην πρεσβεία αυτή, όμως, ίσως με υποκίνηση των cittadini, ζητείται από τους Κερκυραίους, να είναι ο Βάιλος εκείνος που θα αποφασίζει για τη συγκρότηση του Συμβουλίου, του οποίου ο αριθμός των μελών θα οριζόταν σε εξήντα με εβδομήντα «από τους καλύτερους και χρησιμότερους»[23], με τη συμβουλή «παλαιών Κερκυραίων».
Στηριζόμενοι στο αίτημα αυτό, το οποίο είχε γίνει αποδεκτό από τη Βενετική Σύγκλητο, οι cittadini κατάφεραν να πετύχουν πλέον τη συγκρότηση του Συμβουλίου από εκατόν πενήντα άτομα, προερχόμενα από την τάξη τους, μέσω μιας σειράς πρεσβειών του 15ου και 16ου αιώνων. Ταυτόχρονα, πέτυχαν τη θέσπιση πολύ αυστηρότερων όρων για την απόκτηση της cittadinanza (ιδιότητα και προνόμιο του πολίτη), με αποτέλεσμα να αποκλείονται από αυτήν όσοι εξασκούσαν «βάναυση» τέχνη[24], καθώς και άτομα προερχόμενα από τον «άξεστο και φύρδην μίγδην όχλο». Με τους όρους αυτούς, ουσιαστικά, οι μόνοι που μπορούσαν να ενταχθούν στο συμβούλιο και να αποκτήσουν την cittadinanza, ήταν οι εισοδηματίες, στοιχείο σημαντικό, όπως θα δούμε στη συνέχεια, για την κατανόηση των πρακτικών που ακολούθησαν οι αστοί προσπαθώντας να ανέλθουν κοινωνικά.
Είναι βέβαιο πως οι αποκλειόμενοι από τη cittadinanza αστοί θα είχαν προβεί σε δυναμικές κινητοποιήσεις με σκοπό την ανατροπή της διαμορφούμενης κατάστασης, αν κατά την εποχή εκείνη δεν είχαν πληγεί τόσο βαριά από τις Οθωμανικές επιθέσεις (1537 – 1571), και αν δεν είχαν την ανάγκη των cittadini για την προστασία της ζωής και της περιουσίας τους. Όταν άρχισαν να ανανήπτουν, πάντως, στα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα, δεν προχώρησαν σε οργανωμένες κινήσεις, αλλά σε μαζικές αιτήσεις για την ένταξη στο σώμα των cittadini. Οι τελευταίοι, μάλιστα, στην πρεσβεία του 1610, χαρακτήρισαν το φαινόμενο ως «επικίνδυνη συνωμοσία»[25], στοιχείο ενδεικτικό της αντιπαλότητας των δύο τάξεων.


Οι αστοί

Στο πλαίσιο της μεσαιωνικής, φεουδαλικής αντίληψης περί κοινωνίας, ήταν κοινά αναγνωρίσιμες τρεις τάξεις: 1) οι ευγενείς-αριστοκράτες (πολεμιστές – υπερασπιστές της κοινωνίας), 2) οι κληρικοί (πνευματικοί εργάτες – μεσολαβητές της κοινωνίας με τον Θεό) και 3) η Τρίτη τάξη που εργαζόταν για τη συντήρηση των δύο άλλων τάξεων. Το ιδιαίτερο γνώρισμα της Βενετικής Δημοκρατίας σε σχέση με την παραπάνω αντίληψη ήταν πως ο συγκεντρωτισμός τους κράτους και ο εμπορικός του προσανατολισμός δεν άφησε κανένα περιθώριο στην τάξη των κληρικών να διεκδικήσει την πρωτοκαθεδρία, κάτι που συνέβη σε όλη την Ρωμαιοκαθολική Ευρώπη.
Ως απόλυτα κυρίαρχη, λοιπόν, τάξη για τους Βενετούς ήταν αυτή των αριστοκρατών, οι οποίοι, όμως, χωρίς ποτέ να απεμπολήσουν το στρατιωτικό περιεχόμενο του ρόλου τους, ενεδύθησαν και άλλων, διοικητικής φύσεως, καθηκόντων, εξισώνοντας λίγο ως πολύ την αξία τους με τις ανδραγαθίες στο πεδίο της μάχης. Η πραγματικότητα αυτή, καθώς και η ενασχόληση πολλών μελών της βενετικής αριστοκρατίας με το εμπόριο, εμπόδισε για μεγάλο χρονικό διάστημα τη συγκρότηση μιας συμπαγούς αστικής τάξης που θα μπορούσε να αποτελείται από κρατικούς υπαλλήλους (όπως στη Γαλλία) ή εμπόρους και τεχνίτες (όπως στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες).
Ανάλογη πορεία ακολούθησαν τα πράγματα και στην Κέρκυρα, όπου οι αστοί, εκτός του ότι αντιμετώπισαν την ξαφνική υποβάθμιση του ρόλου τους στο πλαίσιο της Κοινότητας (βλ. παραπάνω σχετικά με τη μεταβολή της σύνθεσης του Συμβουλίου), υπέστησαν διαδοχικές οικονομικές και δημογραφικές αφαιμάξεις με τις πολυάριθμες στρατιωτικές επιχειρήσεις και δηώσεις από τους Οθωμανούς και κάθε είδους επιδρομέων κατά τον 15ο, αλλά κυρίως κατά τον 16ο αιώνα. Για όσο καιρό οι αστοί εξαρτούνταν από τους cittadini (κατοίκους της τειχισμένης πόλης – σημ. Παλαιό Φρούριο) αριστοκράτες για την ασφάλειά τους, ήταν ευάλωτοι στις διαθέσεις των τελευταίων. Από τη στιγμή, όμως, που πέτυχαν την αναγνώριση της ανάγκης προστασίας του εμπορείου (μπόργκου) της Κέρκυρας και μετά την τείχισή του (τέλη του 16ου αιώνα), η ανάπτυξη της τάξης τους ήταν προδιαγεγραμμένη και βέβαιη.
Από αυτό το χρονικό σημείο κι έπειτα, και στο πλαίσιο της νέας τροπής του εμπορικού ανταγωνισμού στην Ευρώπη[26], οι αστοί αρχίζουν να διατυπώνουν με έμφαση τα αιτήματά τους με προεξέχον αυτό της αναγνώρισης της τάξης τους και του δικαιώματος απ’ ευθείας αναφοράς τους προς τις Αρχές της Μητρόπολης, ενώ κατά περιόδους ενισχύονται από αστικούς πληθυσμούς προσφύγων από τις πρώην βενετικές κτήσεις στην Ανατολή ή πρόσφυγες που αναπτύσσουν «αστικές» δραστηριότητες μετά την εγκατάστασή τους στην Κέρκυρα. Από τον 17ο, αλλά κυρίως τον 18ο αιώνα φαίνεται να προσεταιρίζονται αρκετά επιτυχημένα τους χωρικούς, εκμεταλλευόμενοι την οικονομική τους ανεπάρκεια, και, ίσως, χρησιμοποιώντας τους για την αποδυνάμωση της τάξης των αριστοκρατών – αν και κάτι τέτοιο δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί-, κάποια εμπλοκή των αστών στις εξεγέρσεις των χωρικών υποφώσκει[27].
Όπως αναφέραμε παραπάνω, σημαντικό μέρος της προσπάθειας των αστών για την αναβάθμιση της θέσης τους αναλώθηκε στην επιδίωξη πολλών από αυτούς να ενταχθούν στην τάξη των cittadini, κατά τον 17ο αιώνα. Η κατάσταση φαίνεται πως εκτονώθηκε για ένα διάστημα στα μέσα του αιώνα, με την αποδοχή πολλών αστών στο Συμβούλιο με την καταβολή χρηματικών ποσών, λόγω της ανάγκης του Ταμείου εξ αιτίας του Κρητικού πολέμου. Με αφετηρία, όμως, τις αυθαιρεσίες των cittadini και την επιβολή δυσβάσταχτων οικονομικών επιβαρύνσεων από το Βενετικό Δημόσιο έναντι των popolari, η κατάσταση άρχισε να οξύνεται ξανά, με μια μερίδα αστών να συγκροτούν ένα συμπαγές σύνολο, το οποίο διατύπωνε σαφή και ριζοσπαστικά για τα δεδομένα του Βενετικού κράτους αιτήματα.
Η όξυνση εντάθηκε κατά τον 18ο αιώνα, όταν πλέον πολλοί αστοί είχαν αποκτήσει ιδιαίτερα σημαντική οικονομική επιφάνεια (με ταυτόχρονη έκπτωση εκείνης πολλών, αντίστοιχα, cittadini), ή/και μόρφωση έπειτα από σπουδές, κυρίως στην Ιταλία, και είχαν έρθει σε επαφή με τις ιδέες του Διαφωτισμού. Κύρια επιδίωξή τους ήταν τώρα όχι η ένταξή τους στην αριστοκρατία, αλλά η αναγνώριση της τάξης τους και το δικαίωμα της ανεξάρτητης εκπροσώπησής τους.
Τα αιτήματα αυτά υπέβαλαν στον Έκτακτο Προβλεπτή της Ανατολής, Nicolò Erizzo[28], ο οποίος είχε σταλεί από τη Βενετία στα 1786 για την αντιμετώπιση του προβλήματος και κάποιες απαραίτητες αλλαγές στην τοπική διοίκηση των νησιών και των ηπειρωτικών κτήσεων. Ο Erizzo εισήγαγε μία σειρά από μέτρα, με τα οποία μειωνόταν ο αριθμός των μελών του Συμβουλίου από εκατόν πενήντα σε εξήντα, με την ταυτόχρονη είσοδο σε αυτό δώδεκα οικογενειών αστών (civili), απέρριψε, όμως, τα παραπάνω αιτήματα των αστών, κατόπιν υπομνήματος που υπέβαλαν σε αυτόν οι cittadini.
Η εξέλιξη αυτή, δεν ικανοποίησε τους αστούς, οι οποίοι είχαν πλέον πλήρη συνείδηση της κοινωνικής τους υπεροχής έναντι των υπολοίπων popolari και των χωρικών, καθώς και της οικονομικής και, ίσως πνευματικής, έναντι των cittadini. Δεν γνωρίζουμε πως θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, αν δεν καταλυόταν η Βενετική Δημοκρατία στα 1797, θεωρούμε, όμως, βέβαιο, πως η απαραίτητη για την εκτόνωση της κατάστασης σύγκρουση θα ήταν αναπόφευκτη.


Οι δραστηριότητες των αστών

Η Ιστορία έχει αποδείξει πως οι λόγοι που οδήγησαν πληθυσμούς της υπαίθρου να μετοικήσουν στις πόλεις και να διαμορφώσουν τον αστικό πληθυσμό στην Ευρώπη του ύστερου μεσαίωνα, σηματοδότησαν και την εξέλιξη των αστικών αυτών οικισμών στη συνέχεια[29]. Τα προνόμια που απολάμβαναν οι πόλεις ήδη από την ύστερη αρχαιότητα στις υπό ρωμαϊκό έλεγχο περιοχές και στη συνέχεια στο Βυζάντιο, προσέλκυσαν μετά τον 7ο – 8ο αιώνα τα πιο ανήσυχα πνεύματα της υπαίθρου, δηλαδή ανθρώπους που αποζητούσαν οικονομική, κοινωνική και πνευματική εξέλιξη που η ύπαιθρος με τις φεουδαλικές, ή τέλος πάντων αγροτικές τις δομές, δεν μπορούσε να καλύψει, ή κάποιους που απλά[30] αισθάνονταν την ανάγκη να αποδεσμευτούν από τους αυστηρούς δεσμούς εξάρτησης που διήπαν την ευρωπαϊκή ύπαιθρο.
Ως εκ τούτου, συνυπολογιζόμενης της απουσίας καλλιεργήσιμων γαιών στο περιβάλλον της πόλης, οι επαγγελματικές δραστηριότητες των αστικών πληθυσμών δεν μπορούσε παρά να είναι ευρηματικές και πρωτότυπες για τα δεδομένα της εποχής, προσανατολισμένες στους τομείς των τεχνών και του εμπορίου. Στις πόλεις υπήρχαν ανέκαθεν, βέβαια, τεχνίτες και έμποροι, όμως οι νέοι κάτοικοι των πόλεων έπρεπε να βρουν νέες τεχνικές και νέα εμπορεύσιμα προϊόντα προκειμένου να εξασφαλίσουν όσα ζητούσαν από την εγκατάστασή τους στον αστικό χώρο. Στην κατεύθυνση αυτή βοήθησε εξ άλλου και η γενικότερη οικονομική ανάπτυξη του ύστερου μεσαίωνα, καθώς και το "άνοιγμα" νέων εμπορικών διαύλων με την Ανατολή.
Η συντεχνιακή, εξάλλου οργάνωση των επαγγελματιών[31], καθώς και (όσον αφορά στην Κέρκυρα) της δραστηριότητας των εκκλησιαστικών αδελφοτήτων[32], βοήθησαν στην ομογενοποίηση των στόχων και των ενεργειών των επαγγελματιών της πόλης, εφοδιάζοντάς τους με εργαλεία για την επίτευξη και ευόδωσή τους.
Η ουσιαστική, πάντως, ανάπτυξη της νέας τάξης ξεκίνησε από τη στιγμή που οι επαγγελματικές ενασχολήσεις των αστών άρχισαν να αποφέρουν πλεόνασμα[33], το οποίο οι αστοί ζητούσαν να επενδύσουν σε πεδία πρόσφορα για τη μεγέθυνσή του, με στόχο τη μετατροπή τους σε εισοδηματίες, στοιχείο που τους έδινε τη δυνατότητα να εισέλθουν στην τάξη των cittadini[34]. Από τη στιγμή που οι εκκλησιαστικοί και κρατικοί νόμοι απαγόρευαν κάθε είδους δανειοδοτικής δραστηριότητας με τόκο στους χριστιανούς[35], οι αστοί προσανατολίστηκαν στη χρηματοδότηση εμπορικών συντροφιών, επιχειρήσεων λαθρεμπορίας, την αγορά γαιών, καθώς και στην ενασχόλησή τους με μια δραστηριότητα που συνδύαζε τις δανειακές συναλλαγές και την εμπορική εκμετάλλευση αγροτικών προϊόντων: το περίφημο στην Κέρκυρα της εποχής προστύχιον[36].
Το προστύχιον ήταν ένας έμμεσος τρόπος δανεισμού με τόκο, καλυπτόμενος, όμως, υπό τον μανδύα της προαγοράς αγροτικών προϊόντων. Η λογική της συναλλαγής αυτής ήταν απλή: ο γεωργός, ο οποίος είχε ανάγκη ρευστού (συνήθως λόγω κακής σοδειάς) για να θρέψει την οικογένειά του ή για άλλους λόγους, εισέπραττε ένα ποσό από τον δανειστή του, δεσμευόμενος να του αποδώσει προϊόντα πολλαπλάσιας αξίας με την επόμενη σοδειά. Ειδικά πριν από την ίδρυση του δημόσιου ενεχυροδανειστηρίου, η μόνη πηγή δανειακού κεφαλαίου, εκτός, φυσικά των Εβραίων, ήταν είτε οι cittadini γαιοκτήμονες, είτε οι αστοί. Καθώς, όπως προαναφέραμε, ο δανεισμός με τόκο απαγορευόταν για τους χριστιανούς, η συναλλαγή είχε τη μορφή της προαγοράς της επόμενης σοδειάς, συνήθως ελαιολάδου ή κρασιού, του γεωργού, σε τιμή πολύ χαμηλότερη αυτής της αγοράς. Με τον τρόπο αυτόν ο γεωργός εξασφάλιζε τα χρήματα που χρειαζόταν, αποδίδοντας, όμως, προϊόντα αξίας πολύ μεγαλύτερης του ποσού που είχε λάβει. Συχνά, πάντως, ο πιστωτής ανέβαλλε την είσπραξη των οφειλομένων για τη στιγμή που η αξία τους ήταν αυξημένη, πολλαπλασιάζοντας τη ζημία του οφειλέτη. Όταν, δε, λόγω ασοδείας, ο γεωργός δεν διέθετε την οφειλόμενη ποσότητα προϊόντος, ήταν αναγκασμένος να την προμηθευτεί από την αγορά σε εξωφρενικές τιμές.
Το πρόβλημα στην περίπτωση του προστυχίου ήταν ότι κατά την εποχή που ο γεωργός έπρεπε να αποδώσει στον δανειστή του τα οφειλόμενα προϊόντα, βρισκόταν πάλι σε δυσχερή οικονομική θέση, αδυνατώντας συχνά να εξασφαλίσει τα αναγκαία για την οικογένειά του, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί εκ νέου να καταφύγει στο προστύχιον. Τελικά, ο οφειλέτης κατέληγε σε πλήρη αδυναμία εξυπηρέτησης του δανείου, με αποτέλεσμα την κατάσχεση περιουσιακών του στοιχείων από τον πιστωτή. Με τον τρόπο αυτόν περιέρχονταν στα χέρια των πιστωτών, πέραν των όποιον κινητών αγαθών, οικήματα και γαίες, τα οποία επινοικίαζαν συχνά στον πρώην οφειλέτη, αυξάνοντας έτσι τα έσοδά τους και ισχυροποιούμενοι ως εισοδηματίες.
Αν και με την ίδρυση του δημόσιου ενεχυροδανειστηρίου τον 17ο αιώνα, η κατάσταση φάνηκε να βελτιώνεται, τα πράγματα άρχισαν να ξαναπαίρνουν την προηγούμενη τροπή, λόγω των άσχημων συγκυριών, αλλά και της αδυναμίας του Ενεχυροδανειστηρίου να καλύψει τις ανάγκες των χωρικών, κυρίως λόγω κακής διαχείρισης και των προβλημάτων που επέφερε ο Κρητικός Πόλεμος[37].




Οι χωρικοί

Αν στην περίπτωση των αστών και των cittadini παρατηρείται, ανεξαρτήτως ρυθμού, κάποια εξέλιξη, τα πράγματα για τους χωρικούς δεν άλλαξαν καθ’ όλη τη διάρκεια της βενετοκρατίας, ακόμη και ύστερα από αυτήν. Οι κάτοικοι της υπαίθρου, υποτελείς στην πλειοψηφία τους των αριστοκρατών και αστών γαιοκτημόνων, χρεωμένοι μονίμως σε τοκογλύφους υπό την ανοχή του κράτους, χρειάστηκε να περιμένουν έως τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε άρχισαν να δρομολογούνται διαδικασίες για τη βελτίωση της θέσης τους. Όμως, κι αυτές οι διαδικασίες, εκτός του ότι χρειάστηκαν πολλούς αγώνες και χρόνο για να αποφέρουν καρπούς[38], δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ[39].
Η κατάσταση των χωρικών των τιμαρίων (villani) είναι γενικά γνωστή από τη βιβλιογραφία[40]: ήταν πλήρεις υποχρεώσεων έναντι των κυρίων τους και του κράτους, με ελάχιστα δικαιώματα, τα οποία μάλιστα καταστρατηγούνταν συνεχώς[41]. Ανάλογης, αν και όχι ίσης εκμετάλλευσης τύχαιναν και οι εκτός τιμαρίων χωρικοί, στοιχείο που διαγράφεται από την περιορισμένη, σχετικά, συμμετοχή τους στις εξεγέρσεις του 1652 και 1748[42]. Και των δύο, πάντως, κατηγοριών χωρικών βασικό πρόβλημα αποτελούσε το προστύχιον, για τους λόγους που περιγράψαμε παραπάνω. Εκείνο που άλλαζε ήταν η προέλευση των πιστωτών τους: ενώ στις περιοχές του νησιού που ήταν συγκεντρωμένα τα τιμάρια η πλειοψηφία των πιστωτών φαίνεται να προέρχεται από την τάξη των cittadini, στις υπόλοιπες κάνουν ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία τους πιστωτές από την τάξη των αστών.
Οι δύο αυτές κατηγορίες πιστωτών δεν διαφέρουν μεταξύ τους, όσον αφορά στην αντιμετώπιση των χρεωστών, ακολουθούν, όμως αποκλίνουσες πρακτικές όσον αφορά στην αξιοποίηση του κέρδους που αποκομίζουν. Ενώ οι cittadini φαίνεται να το καταναλώνουν, οι αστοί το επενδύουν επωφελούμενοι διπλά[43].
Βέβαια, οι χωρικοί δεν δανείζονταν μόνο από cittadini και αστούς, αλλά και από ευκατάστατους χωρικούς. Η διαφορά σε αυτού του είδους τις συναλλαγές έγκειται στο ότι η μορφή των δανείων δεν αφορούσε σε προστύχιον, αλλά σε κανονική προαγορά γεωργικών προϊόντων, ή σε δάνεια με βλησίδι, δηλαδή ενέχυρο. Ο λόγος της απουσίας, γενικά, του προστυχίου στις μεταξύ χωρικών δανειακές συναλλαγές δεν είναι εύκολο να διευκρινιστεί, όμως, φαίνεται πως έπαιζε κάποιον ρόλο η κοινή καταγωγή, καθώς και η αποθάρρυνση τέτοιων συναλλαγών για τους μη έχοντες επιρροή στην τοπική διοίκηση.
Κάποια βελτίωση στην όλη κατάσταση φαίνεται πως επήλθε μετά την εξέγερση του 1748, όταν οι inquisitori [44] με προκήρυξή τους στις 28 Μαρτίου εισήγαγαν εννέα διατάξεις για την κατοχύρωση του χρεώστη σε συναλλαγές προστυχίου, με σημαντικότερη αυτήν της απαγόρευση κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Έπειτα, όμως, από αντιδράσεις των cittadini και των εμπόρων, η εφαρμογή της προκήρυξης ανεβλήθη, και τελικά ακυρώθηκε. Οι Κερκυραίοι χωρικοί αναγκάστηκαν να ζήσουν υπό την εκμετάλλευση των ισχυροτέρων τους μέχρι το τέλος της βενετοκρατίας, ενώ τα πράγματα γι’ αυτούς επιδεινώθηκαν απί Αγγλικής Προστασίας, όταν εισήχθη ο νόμος περί προσωποκράτησης.


Πηγές

αφκδ΄ (1524) ημέρα κβ΄ (22) Φεβρουαρίου μηνός…………………………………
Τῃ αὐτῇ ἠμέρα εἰς το χ(ωρίον) τῶν Καλαφατιώνων, Στέφα(νος) ο Κουρέλης παρόν ὀμολόγησε ότι χρεωστή πρ(ος) τον παρό(ντα) μι(σέρ) Μάρκον τον Ρότζι(κον)/ κρασί κόκ(ινο) με(τρα) πέ(ντε) ὀποίον το επληρώθη εἰς το πα(ρόν) ενώ(πιον) ημῶν πρ(ος) άσπρα δέ(κα)/ το κά(θε) μέ(τρο), ὀποίον λέγει ὅτι τα λαμβάν(ει) διά ὅνομα τοῦ ἀδερφού αὐτ(οῦ) Ἰω(άννη) ὀποίον κρασί/ υπόσχεται ο ρη(θής) Στέφα(νος) να το ἀφέρη και δώ(ση) τοῦ εἰρημένου μι(σέρ) Μάρκου εἰς τῆν οι(κίαν) αὐτοῦ κρασί/ καθαρόν την ἐρχομένην εσω(δείαν) του τρί(γου ἐκ τὰ ἀμπέ(λια)αυτ(οῦ) ὀπ(οία) πληρω(νουν) σολδ(ιάτικο) τοῦ μι(σέρ)/ Ἰακώβου τοῦ Κακούρη. ο δε πα(πα) κ(υρ) Ζαχαρ(ίας) Πηλός συμβαί(νει) ἐγγυη(της) καὶ πληρω(της) διά τὸ ρη(θέν)/ κρα(σί). και ούτως ὀμολόγεισαν. Μάρτυρες Κυρ Φράγγος Αυλωνίτης και Ιωάννης Κάντηλας.
ΓΑΚ-ΑΝΚ, Συμβολαιογραφικά, Τόμος Σ. 147, σελ. 39v

Στην Πράξη αυτή του 1524 συναντάμε ένα κλασικό συμβόλαιο προστυχίου. Ο πιστωτής Μάρκος Ρότζικος, αστός, προαγοράζει πέντε μέτρα κόκκινο κρασί από τον Στέφανο Κουρέλη στην εξαιρετικά χαμηλή τιμή των δέκα άσπρων το κάθε μέτρο (=πενήντα άσπρα). Ο Στέφανος, βέβαια, επωφελείται της ευκαιρίας να δηλώσει πως το δάνειο συνάπτεται «διά ὅνομα τοῦ ἀδερφού αὐτ(οῦ) Ἰω(άννη)», χωρίς να πληρώσει ξεχωριστή πράξη γι’ αυτό. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί, ακόμη η υποχρέωση του χρεώστη να μεταφέρει το οφειλόμενο κρασί στο σπίτι του πιστωτή του όταν έρθει ο καιρός της πληρωμής, καθώς και ότι ο πιστωτής έχει διαλέξει ακόμη και από ποιον αμπελώνα θα προέρχεται το οφειλόμενο προϊόν (ἐκ τὰ ἀμπέ(λια)αυτ(οῦ) ὀπ(οία) πληρω(νουν) σολδ(ιάτικο) τοῦ μι(σέρ) Ἰακώβου τοῦ Κακούρη). Η τελευταία αυτή αναφορά είναι ενδεικτική της δύσκολης θέσης στην οποία θα περιερχόταν ο Στέφανος Κουρέλης όταν κατά την εποχή του τρύγου, εκτός από την πληρωμή του δανείου θα έπρεπε να αποδώσει και το σολδιάτικο στον ιδιοκτήτη του αμπελώνα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι εγγυητής του δανείου, και «πληρωτής» σε περίπτωση αδυναμίας του χρεώστη, εμφανίζεται ο ιερέας Ζαχαρίας Πηλός, ο οποίος μάλιστα, στην επόμενη πράξη του καταστίχου, εμφανίζεται να δανείζεται και αυτός από τον Μάρκο Ρότζικο ίσο ποσό με τους ίδιους όρους. Το τελευταίο αυτό στοιχείο μαρτυρά ότι ο τελευταίος ασχολούταν μάλλον «επαγγελματικά» με τη σύναψη τέτοιων δανείων, και πιθανόν να είχε «συνεργαστεί» και στο παρελθόν με τον συγκεκριμένο ιερέα.

Σε αυτού του είδους τις συναλλαγές δεν επιδίδονταν μόνο άντρες, αλλά και γυναίκες μέλη της τάξης των αστών:

26/2/1559
κυρ Σταμάτης Φαγογένης υιός του Γιανούτζου από χωρίο του Κοθωνικίου κάτοικος εις το υποστατικό του Σουβλάκη παρών σωματικώς ελαβε από την παρούσα κυράτζα Μαρούλα Μαργελένα διά λάδι ξέστες τρεις προς άσπρα 25 την κάθε ξέστα και υπόσχεται να της το δώση την ερχομένην εσοδειάν του ελαίου άνευ τινός εναντιότητος και ενοχλήσεως εις θεσμόν των παντίων αυτής αγαθών. Ομοίως έλαβε και ο παρών Μάνος Πασχάλης του ποτέ Ιωάννου από χωρίο του Κοθωνικίου εξάδελφος αυτού ένα τζεκίνι διά τις τρεις ξέστες από την άνωθεν κυράτζα Μαρούλα και υπόσχεται να το δώσει την ερχομένην εσοδειάν εις το οποίον χρέος να είναι ομού και ινσόλδουμ.
Κατενώπιον κυρ Αντωνίου Κινήγη και κυρ Θεοδώρου Μαρκούλη.
ΓΑΚ-ΑΝΚ, Συμβολαιογραφικά, Τόμος Π. 40, σελ. 56v.

Τα στοιχεία της παραπάνω πράξης που προσελκύουν την προσοχή μας είναι αφενός ότι ο πρώτος από τους χρεώστες είναι υποτελής του γαιοκτήμονα Σουβλάκη, και, αφετέρου ότι αναγνωρίζεται εμμέσως το γεγονός ότι οι όροι του δανείου δεν είναι ακριβώς σύννομοι, αφού υπάρχει η ρήτρα «άνευ τινός εναντιότητος και ενοχλήσεως εις θεσμόν των παντίων αυτής αγαθών». Όσον αφορά στο πρώτο, δεν είναι εύκολο να δώσουμε απαντήσεις σχετικά με το γιατί ο Σταμάτης Φαγογένης δεν δανείστηκε από τον κύριό του, ούτε για την προέλευση του οφειλόμενου προϊόντος. Όσον αφορά στο δεύτερο, γνωρίζουμε πως η βενετική διοίκηση δεν έβλεπε με καλό μάτι τη σύναψη τέτοιων δανείων, αφού δυσχέραιναν την κατάσταση των χωρικών, θέτοντας σε κίνδυνο την κοινωνική ειρήνη του νησιού, όπως στις περιπτώσεις των εξεγέρσεων του 1652 και του 1748. Για τον λόγο αυτό προσπαθούσαν να θέσουν κάποιους κανόνες στη σύναψη των δανείων, αντιμετωπίζοντας συχνά τις αντιδράσεις των cittadini και αστών πιστωτών[45].


Συμπεράσματα

Δεν είναι εύκολο μέσα από μια εργασία τόσο μικρού εύρους να ερευνηθούν όλες οι πτυχές της παράλληλης διαδρομής αστών και χωρικών σε όλη την περίοδο της βενετοκρατίας. Κατέστη πάντως δυνατό να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους, αν και αυτό έγινε κυρίως από τη σκοπιά των αστών.
Ενώ αρχικά οι αστοί στήριζαν το εισόδημά τους στις αγορές που προέβαιναν κυρίως οι cittadini γαιοκτήμονες, άρχισαν σταδιακά να συναλλάσσονται όλο και περισσότερο με τους κατοίκους της υπαίθρου, είτε λόγω του εκχρηματισμού της κερκυραϊκής οικονομίας, είτε μέσω των δικών τους επενδύσεων εκτός των τειχών.
Η άνοδος του πνευματικού και οικονομικού επιπέδου των αστών, οδήγησε στη όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση κάποιου αριθμού χωρικών από αυτούς. Όπως, έχουμε δείξει σε άλλη εργασία[46], δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις που οι χωρικοί, αντιμετωπίζοντας αντιδικίες με cittadini προσέφευγαν σε νομομαθείς αστούς για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Από την άλλη, πολλοί ήταν οι αστοί που επένδυαν τα κέρδη από τις εργασίες τους σε γη στην ύπαιθρο, την οποία επινοικίαζαν σε χωρικούς, ή προέβαιναν σε δανειακές συναλλαγές με τους τελευταίους. Στις περιπτώσεις αυτές οι σχέσεις αστών και χωρικών δεν μπορούσαν παρά να είναι σχέσεις αντιπαλότητας. Παρά ταύτα, η ιστοριογραφία δεν μας έχει παρουσιάσει καμία περίπτωση γενικευμένης σύγκρουσης μεταξύ των δύο αυτών τάξεων.
Σε κάθε περίπτωση, οι σχέσεις με τις οποίες συνδέονταν αστοί και χωρικοί στη βενετοκρατούμενη Κέρκυρα, φαίνεται να είναι απόρροια της προσπάθειας των πρώτων για κοινωνική ανέλιξη, είτε ατομική, είτε συλλογική. Για τον λόγο αυτό, και οι πρακτικές που ακολούθησαν είχαν δύο κατευθύνσεις. Ατομικά: πολλοί αστοί προσπαθούσαν να επιτύχουν την εισαγωγή τους στο Συμβούλιο της Κοινότητας της Κέρκυρας, αναβαθμίζοντας το κοινωνικό και οικονομικό τους status και εξελισσόμενοι σε εισοδηματίες. Συλλογικά: σταδιακά οι αστοί άρχισαν να μην ενδιαφέρονται τόσο για την εισαγωγή τους στην τάξη των cittadini, αλλά για την αναγνώριση της τάξης τους και την κατοχύρωση του δικαιώματός τους της εκπροσώπησης.
Οι κοινωνικές ζυμώσεις που περιγράψαμε δεν κατόρθωσαν να εκτονωθούν, λόγω εξωγενών παραγόντων, όπως η πολλαπλή εναλλαγή των κυριάρχων από το τέλος του 18ου μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνων, με αποτέλεσμα ο απόηχος των προβλημάτων που αυτές συνεπαγόταν να είναι διακριτός μέχρι σήμερα.


Βιβλιογραφία

Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες της βενετοκρατούμενης Κέρκυρας (16ος-18οςαι.), Γ.Α.Κ.-Αρχεία Νομού Κερκύρας, Αθήνα, 2002.
Ιδρωμένος Ανδρέας, Συνοπτική ιστορία της Κερκύρας, Τυπογραφείο Α. Λάντζα, Κέρκυρα, 1930.
Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, Το Βυζαντινό Κράτος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1980.
Καρύδης Σπύρος, Ορθόδοξες αδελφότητες και συναδελφικοί ναοί στην Κέρκυρα (15ος-19ος αι.), Σταμούλης, 2004.
Λούντζης Ερμάνος, Η Ενετοκρατία στα Εφτάνησα, Εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα, 1969: τίτλος πρωτοτύπου Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήνα, 1856.
Μοσχονάς Ν.Μ., Οργάνωση του πληθυσμού στις Βενετικές κτήσεις της Ανατολής, Πλούσιοι και φτωχοί στην κοινωνία της ελληνολατινικής Ανατολής, Διεθνές Συμπόσιο, επιμ. Χρύσα Μαλτέζου, Βιβλιοθήκη του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας (Βυζαντινού και μεταβυζαντινού πολιτισμού), αρ. 19, Βενετία 1998.
§ Τσίτσας Αθανάσιος Χ., Λίβελλοι των Κερκυραίων αστών κατά την τελευταία φάση της διαμάχης τους με τους ευγενείς (1786-1792), Δελτίον της Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας, αρ.16 (1979), σ. 88-150.
§ Χυτήρης Γεράσιμος, Το Αγροτικό πρόβλημα της Κέρκυρας την επομένη της ενώσεως και οι αναφορές του Άγγλου Προξένου, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα, 1981.


Ενδεικτική Βιβλιογραφία


C.N Sathas., Documents inédits relatifs à l’histoire de la Grèce au Moyen âge, τ. ΙΙΙ
Carlo Cippola, Η Ευρώπη πριν από τη βιομηχανική επανάσταση Κοινωνία και οικονομία 1000-1700 μ.Χ
Henry Pirenne, Οι πόλεις του Μεσαίωνα δοκίµιο οικονοµικής και κοινωνικής ιστορίας, µετάφραση Παντελής Μούτουλας ; εισαγωγή Ν. Ε. Καραπιδάκης. - Αθήνα : Βιβλιόραµα,2003.
Marc Bloch, Η φεουδαλική κοινωνία, εκδόσεις Κάλβος, 1987.
Norwich JJ, A History of Venice, Vintage Books, Νέα Υόρκη, 1989.
o Αλβάνας Φρειδερίκος, Περί των εν Κερκύρα τίτλων ευγενείας και περί των τιμαρίων, Κέρκυρα, 1894.
Ασωνίτης Σπύρος Ν., Ανδηγαυική Κέρκυρα (13ος – 14ος αι.), Εκδόσεις Απόστροφος, Κέρκυρα 1999.
Ηλιοπούλου- Ντούρου Μαρία, Η ανδεγαυική κυριαρχία στη Ρωμανία επί Καρόλου Α΄(1266 – 1285), Αθήνα 1987
Καραπιδάκης Νίκος Ε., Ιστορία της μεσαιωνικής Δύσης, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1996
Μάρμορας Ανδρέας, Historia di Corfu


Αρχειακές πηγές

Ø Γ.Α.Κ. – Α.Ν.Κ., Συμβολαιογραφικά, Τόμος Π. 40, σελ. 56v.
Ø Γ.Α.Κ. – Α.Ν.Κ., Συμβολαιογραφικά, Τόμος Σ. 147, σελ. 39v.



Σημειώσεις


[1] Ιδρωμένος Α., Συνοπτική ιστορία της Κερκύρας, Τυπογραφείο Α. Λάντζα, Κέρκυρα, 1930, σ. 55.
[2] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις πρόνοιες και τον θεσμό της παροικίας στο Βυζάντιο βλ. Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, Το Βυζαντινό Κράτος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1980.
[3] Άλλοι ιστορικοί, όπως ο Ε. Λούντζης (Λούντζης Ε., Η Ενετοκρατία στα Εφτάνησα, Εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα, 1969: τίτλος πρωτοτύπου Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήνα, 1856, σ. 23) θεωρούν τον φεουδαλισμό ως σύστημα εισηγμένο στον ελληνικό χώρο από τους δυτικούς κυρίαρχους μετά το 1204.
[4] Από την ευρύτατη πολιτική ιστοριογραφία της Κέρκυρας κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ξεχωρίζουν τα έργα των Ερ. Λούντζη, Α. Ιδρωμένου και, στα ιταλικά, των Α. Μάρμορα και Α. Μουστοξύδη (βλ. Βιβλιογραφία).
[5] Διασώζονται μόνο λίγα χρυσόβουλα, και μάλιστα μέρος αυτών σε λατινική μετάφραση.
[6] Χαρακτηριστικά είναι τα προνόμια και η σύσταση των «Ιερών ταγμάτων των ελευθεριωτών ιερέων», καθώς και η αναφορά σε χρυσόβουλα (σε μετάφραση από τη λατινική) όρων όπως «αγιόδουλοι» και «εγγεγραμμένοι» πάροικοι.
[7] Σχετικά με την Ανδεγαυική κυριαρχία στην Κέρκυρα βλ. Μαρία Ηλιοπούλου- Ντούρου, Η ανδεγαυική κυριαρχία στη Ρωμανία επί Καρόλου Α΄(1266 – 1285), Αθήνα 1987, καθώς και Σ. Ν. Ασωνίτης, Ανδηγαυική Κέρκυρα (13ος – 14ος αι.), Εκδόσεις Απόστροφος, Κέρκυρα 1999.
[8] Σχετικά με την απόδοση των τιμαρίων βλ. Αλβάνα Φ., Περί των εν Κερκύρα τίτλων ευγενείας και περί των τιμαρίων, Κέρκυρα, 1894.
[9] Το μπόργο ή εμπόρειο ή εξωπόλιον ήταν ο αστικός οικισμός έξω από τα τείχη της τότε πόλης (σημ. Παλαιό Φρούριο). Το μπόργο είχε όλα τα χαρακτηριστικά των urbes mercatorum, των faubourges και των portus που απαντούν κατά την ίδια περίοδο στην Ευρώπη, και κάλυπτε μέρος της σημερινής Σπιανάδας και του Καμπιέλου. Οι κάτοικοί του απολάμβαναν ατελειών και φορολογικών απαλλαγών, ενώ κατά το ρωμαϊκό και βυζαντινό έθος (;) εκπροσωπούνταν στο συμβούλιο της πόλης. Για περισσότερα σχετικά με την ανάπτυξη των μεταμεσαιωνικών πόλεων (urbes mercatorum, faubourges, portus), βλ. Henry Pirenne, Οι πόλεις του Μεσαίωνα,και Carlo Cippola, Η Ευρώπη πριν από τη βιομηχανική επανάσταση.
[10] Οι χωρικοί, βέβαια, δεν φαίνονται να συνυπογράφουν με ξεχωριστή αναφορά την πράξη απόδοσης όρκου υποταγής στη Βενετική Δημοκρατία, όμως η απουσία οποιασδήποτε αντιδράσεως εκ μέρους των, όπως και η συμπερίληψη οικισμών της υπαίθρου στο Εξωπόλιον (ο Α. Μουστοξύδης στο Delle Cosse Corcyrensis,σ. 414 αναφέρει πως τουλάχιστον κατά την εποχή της κυριαρχίας των ταραντίνων ηγεμόνων, η περιοχή του εξωπολίου εκτεινόντα μέχρι τα χωριά Καλαφατιώνες και Βαρυπατάδες στην περιοχή της Μέσης), συνηγορούν για την αποδοχή του όρκου υποταγής από μέρους τους. Η αντίσταση που προεβλήθη στο Φρούριο της πόλης και στην Κασσιόπη, έχει να κάνει αποκλειστικά με τακτικά στρατεύματα της φατρίας του Λαδισλάβου, ενός από τους δελφίνους του Νεαπολίτικου θρόνου. Για περισσότερα σχετικά με τα γεγονότα αυτά βλ. Ε. Λούντζη, Η Ενετοκρατία… ό.π.
[11] Σχετικά με την αρχική σύσταση και τις αλλαγές στον τρόπο εκλογής των μελών του Συμβουλίου βλ. παρακάτω στο σχετικό με τη διοίκηση κεφάλαιο.
[12] Στη συνομοταξία αυτή μπορούμε να συμπεριλάβουμε και τις γαίες των jus publico (δημοσίων) εκκλησιών. Βλ. σχετικά Σπ. Καρύδη, Ορθόδοξες αδελφότητες και συναδελφικοί ναοί στην Κέρκυρα (15ος-19ος αι.), Σταμούλης, 2004.
[13] Χρησιμοποιούμε τον όρο δημόσιες βαρωνείες για να ξεχωρίσουμε τις γαιοπροσόδους αυτές από τα απ’ ευθείας τιμάρια ή φέουδα. Ο Ν.Μ. Μοσχονάς στο Οργάνωση του πληθυσμού στις Βενετικές κτήσεις της Ανατολής, Πλούσιοι και φτωχοί στην κοινωνία της ελληνολατινικής Ανατολής, Διεθνές Συμπόσιο, επιμ. Χρύσα Μαλτέζου, Βιβλιοθήκη του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας (Βυζαντινού και μεταβυζαντινού πολιτισμού), αρ. 19, Βενετία 1998, σ.489, τα αναφέρει ως «παραφεουδαλική γαιοκτησία». Τους τύπους των τιμαριωτικών υποδιαιρέσεων αναλύουμε στα αμέσως παρακάτω υποκεφάλαια.
[14] Στο περίπλοκο, για τον σύγχρονο άνθρωπο, γαιοκτητικό σύστημα της εποχής υπάρχει ένα επιπλέον σημείο ιδιαιτερότητας. Η επιδοτούμενη από το Βενετικό Δημόσιο και εξαιρετικών διαστάσεων ελαιοκαλλιέργεια, καθώς και οι περί εμφυτεύσεων κανονισμοί, οδήγησαν στο να λογίζονται ως ξεχωριστές αξίες τα ελαιόδεντρα από τη γη στην οποία ήταν φυτεμένα. Έτσι, π.χ. απαντούμε περιπτώσεις όπου το αγροτεμάχιο είναι εξαρτημένο, ενώ το ελαιόδεντρο είναι ελεύθερο, και το αντίστροφο.
[15] Βέβαια, στην περίπτωση της Κέρκυρας, η Bolla d’oro του 1386 υπερίσχυε των Ασσιζών και του πλαισίου του Ναυπλίου, κατά της επιχειρηματολογία, τουλάχιστον των Κερκυραίων. Το παραπάνω φαίνεται από την Πρεσβεία του 1565 (βλ. Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες της βενετοκρατούμενης Κέρκυρας (16ος-18οςαι.), Γ.Α.Κ.-Αρχεία Νομού Κερκύρας, Αθήνα, 2002, σ. 58-9).
[16] Όπως είναι γνωστό, τα φέουδα δεν αφορούσαν μόνο τις γαιοπροσόδους μιας αγροτικής περιφέρειας, αλλά μπορούσε να είναι και δικαιώματα κάρπωσης εισπραττομένων φόρων, εσόδων από αλυκές ή ορυχεία κ.α.
[17] Μπορεί η Βενετική Δημοκρατία να απέχει από το χαρακτηριστεί ως φεουδαλικό κράτος, όμως σε όλη σχεδόν την ιστορική της πορεία, η βενετική ανώτερη τάξη φρόντιζε να διαχωρίζεται από τις υπόλοιπες, θέτοντας σε κάθε πεδίο και ευκαιρία τη διάκριση μεταξύ της «καθαρής» ευγένειας και των αριστοκρατών που ήταν, λόγω πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών, υποχρεωμένη να αναγνωρίζει, ιδίως στις κτήσεις της στον Λεβάντε.
[18] Το χαρακτηριστικό αυτό έχει να κάνει κυρίως με τον τρόπο ενσωμάτωσης των νήσων του Ιονίου στο βενετικό κράτος, δηλ. τη λίγο έως πολύ εθελούσια προσχώρηση. Όπως, χαρακτηριστικά, αναφέρει ο Ε. Λούντζης (Η Ενετοκρατία… ό.π., σ. 267), το βενετικό Δημόσιο αναγνώρισε πως δεν μπορούσε να παραχωρήσει ως άμεσα φέουδα εκτάσεις επί των οποίων δεν είχε το ίδιο την κυριότητα, αλλά μόνο «… τα ανήκοντα εις την εξουσίαν αυτής... », δηλ. τους φόρους και τις άλλες προσόδους που δικαιούταν.
[19] Η κούρτη (από το παλαιογαλλικό cort, το οποίο με σειρά του προέρχεται από το λατινικό cohors) των αρχοντικών των τιμαριούχων ήταν η κύρια αυλή του υποστατικού, στην οποία πραγματοποιούνταν οι επίσημες επαφές μεταξύ του άρχοντα του τιμαρίου και των υποτελών του. Στο χώρο αυτό οι άρχοντες δίκαζαν τους υποτελείς, και μετρούσαν ή ζύγιζαν τις αποδόσεις υποτελείας των τελευταίων, σε αντίθεση προς τον φόρο (βυζ. προέλευσης όρος από το λατ. forum) του χωριού, δηλ. την κεντρική πλατεία, όπου πραγματοποιούνταν οι κοινοτικές συνελεύσεις και ίσως η συγκέντρωση των αποδόσεων που κατά περίπτωση όφειλαν οι κάτοικοί του στο Δημόσιο.
[20] Στο σημείο αυτό, βέβαια, τίθεται το ζήτημα των «αγιόδουλων», που, όπως αναφέραμε παραπάνω (υποσημ. 6, σ. 5) απαντά σε χρυσόβουλο του Μιχαήλ Α΄ Αγγέλου (βλ. Ιδρωμένος Α., Συνοπτική ιστορία της Κερκύρας, ό.π., σ 89.
[21] Βλ. Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες…, όπ., σ. 37 κ.ε.
[22] Για την Πρεσβεία του 1440 βλ. C.N. Sathas, Documents inédits relatifs à l’histoire de la Grèce au Moyen âge, τ. ΙΙΙ, σ. 466.
[23] Ή πλουσιότερους: η διατύπωση στο πρωτότυπο είναι “persone de le mior e più utele", με την τελευταία λέξη να σημαίνει ταυτόχρονα «χρησιμότεροι» και «πλουσιότεροι»· βλ. Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες…, ό.π., σ. 38, υποσ. 8.
[24] Εξαίρεσης τύχαιναν οι φαρμακοποιοί.
[25] βλ. Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες…, ό.π., σ. 41.
[26] Κατά τη συγκεκριμένη περίοδο παρατηρείται μετατόπιση του ευρωπαϊκού οικονομικού κέντρου βάρους από τη Β. Ιταλία προς τις Κάτω Χώρες, με ταυτόχρονη την υπεροχή του βορειοευρωπαϊκού εμπορίου έναντι του βορειοιταλικού - τα φλαμανδικά προϊόντα εκτοπίζουν τα βενετικά ακόμη και από τις αγορές της Ιταλίας. Το ισοζύγιο πληρωμών της Βενετικής Δημοκρατίας πλήττεται και το καθεστώς σταδιακά εξασθενεί, συνυπολογιζομένων και των εδαφικών απωλειών στον Λεβάντε. Για περισσότερα σχετικά με το βενετικό εμπόριο βλ. Norwich JJ, A History of Venice, Vintage Books, Νέα Υόρκη, 1989.
[27] Αυτό αποτελεί δική μας εκτίμηση, αφού στην προκήρυξή τους οι εξεγερθέντες του βαϊλάτου του Γύρου στρέφονται αποκλειστικά κατά των τιμαριούχων. Είναι δύσκολο, πάντως να πιστέψει κανείς πως οι χωρικοί αυτοί δεν αντιμετώπιζαν πρόβλημα και με αστούς πιστωτές, ενώ φαίνεται περίεργη η «σιωπή» των τελευταίων καθ’ όλη τη διάρκεια των προσπαθειών των cittadini να προστατέψουν τα δικαιώματα των πιστωτών στο διάστημα της δραστηριότητας των inquisitori. Βλ. σχετικά Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες…, σ. 82-8.
[28] βλ. Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες…, ό.π., σ. 47-8, καθώς και Τσίτσας Α. Χ., Λίβελλοι των Κερκυραίων αστών κατά την τελευταία φάση της διαμάχης τους με τους ευγενείς (1786-1792), Δελτίον της Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας, αρ.16 (1979), σ. 88-150.
[29] Για περισσότερα σχετικά με το καθεστώς των πόλεων και της υπαίθρου από την ύστερη αρχαιότητα και κατά τον μεσαίωνα βλ. Καραπιδάκης Ν. Ε., Ιστορία της μεσαιωνικής Δύσης, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1996, καθώς και Bloch M., Η φεουδαλική κοινωνία, εκδόσεις Κάλβος, 1987.
[30] Αν και η έκφραση «απλά» αποτελεί μάλλον …απλούστευση εδώ, καθώς η αμφισβήτηση των παραδοσιακών κοινωνικών δομών της υπαίθρου δεν ήταν καθόλου απλή υπόθεση για τον μεσαιωνικό άνθρωπο. Η κουλτούρα της Ευρώπης του Μεσαίωνα, στηριζόταν εν πολλοίς στην «ιερότητα» της δομής της κοινωνίας και του ρόλου των τάξεων. Από τη στιγμή που στο μεσαιωνικό σύστημα αξιών οι κάτοικοι των πόλεων δεν είχαν αναγνωρισμένο ρόλο, το να αποφασίσει κάποιος να εγκατασταθεί σε αυτές αποτελούσε, προφανώς, εξεζητημένη υπέρβαση.
[31] Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να διαχωρίσουμε τους επαγγελματίες και εμπόρους από τους υπολοίπους κατοίκους των πόλεων, καθώς οι πρώτοι είναι βασικά αυτοί που αποτέλεσαν στη συνέχεια την τάξη των αστών, ενώ οι τελευταίοι αποτελούσαν απλώς το popolo, τον «χύδην λαό» κατά τις πηγές της εποχής.
[32] Σχετικά με τις δομές και τη λειτουργία των εκκλησιαστικών αδελφοτήτων, ως φορέων συντεχνιακής οργάνωσης και αντιπροσωπευτικών οργανισμών στην Κέρκυρα, βλ. Καρύδης Σπ., Ορθόδοξες αδελφότητες..., ό.π.
[33] Όσον αφορά στην Κέρκυρα, η ουσιαστική εκκίνηση αυτής της εξέλιξης θα πρέπει μάλλον να τοποθετηθεί στα τέλη του 16ου αιώνα, αφού μόνο τότε οι κάτοικοι της πόλης, έχοντας εξασφαλισμένα τα βασικά αγαθά (κατοικία, επαγγελματικό χώρο) μετά την τείχιση του εξωπολίου, μπορούσαν να αναζητήσουν νέες πηγές πλουτισμού, έξω από τα τείχη. Ακόμη, δεν θα μπορούσαμε να παραβλέψουμε την πιθανή υποσυνείδητη εξέλιξη της ιδιοσυγκρασίας τους, αφού, μετά την τείχιση του εξωπολίου ήταν τεχνικά και αυτοί cittadini, δηλαδή άτομα κάποιας οικονομικής επιφάνειας, των οποίων η ζωή και η περιουσία ήταν προστατευμένες (άλλωστε οι cittadini κόμπαζαν για τον «αστικό» τρόπο ζωής τους), οπότε ήταν αρκετά λογικό να προσανατολιστούν σε πρακτικές ανάλογες των νομοκατεστημένων cittadini, δηλ. την απόκτηση γαιών στην ύπαιθρο και την εξάρτηση ενός αριθμού χωρικών από αυτούς.
[34] Βλ. παραπάνω σχετικά με τους όρους εισαγωγής στο Συμβούλιο της Κοινότητας της Κέρκυρας.
[35] Οι μόνοι που είχαν, στην Ευρώπη γενικά, το δικαίωμα παροχής δανείων με τόκο ήταν οι Εβραίοι, πράγμα που απετέλεσε και τον κύριο λόγο αντιπάθειας των Ευρωπαίων απέναντί τους.
[36] Στη σύναψη δανειακών συναλλαγών με τη μορφή του προστυχίου επιδίδονταν, βέβαια, και οι cittadini, στην παρούσα εργασία, όμως θα μας απασχολήσει μόνο από την πλευρά των αστών.
[37] Αναφέρεται στην Πρεσβεία του 1680. Βλ. σχετικά Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες…, σ. 612.
[38] Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, οι μικροκαλλιεργητές πάκτωναν γαίες των πάλαι ποτέ αριστοκρατών με όρους σχεδόν ίδιους με αυτούς που ίσχυαν για τους προγόνους τους πέντε αιώνες πριν.
[39] Στα αιτήματα των Κερκυραίων χωρικών, όπως τουλάχιστον είχαν διατυπωθεί από τον Π. Κωνσταντά και άλλους πολιτικούς τους εκπροσώπους στα τέλη του 19ου αι., περιλαμβανόταν π.χ. ο αναδασμός, ο οποίος εκτός του ότι θα άμβλυνε τις όποιες αδικίες, θα έκανε και τους κλήρους περισσότερο αξιοποιήσιμους. Η υλοποίησή του αναβαλλόταν συνέχεια, ώσπου, με την εμφάνιση του τουρισμού στο νησί, το ενδιαφέρον για την καλλιέργεια της γης μειώθηκε, και το θέμα θάφτηκε οριστικά. Για τις προσπάθειες που έγιναν για την επίλυση του αγροτικού προβλήματος της Κέρκυρας μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, βλ. Χυτήρης Γεράσιμος, Το Αγροτικό πρόβλημα της Κέρκυρας την επομένη της ενώσεως και οι αναφορές του Άγγλου Προξένου, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα, 1981.
[40] Βλ. Λούντζης Ερμάνος, Η βενετοκρατία…, ό.π. και Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες…ό.π., σ. 69-71, 75-8.
[41] Βλ. Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες…, σ. 71-5.
[42] Βλ. Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες…, σ. 78-83, 569-594.
[43] Χαρακτηριστική είναι η κλίση των cittadini στα πολυτελή ενδύματα, στην αγορά των οποίων αφιέρωναν τεράστια ποσά. Με τον τρόπο αυτό, τα εισοδήματά τους κατέληγαν τελικά στα χρηματοκιβώτια των Κερκυραίων και Βενετών εμπόρων, όπως και των βιοτεχνών της Βενετίας. Βλ. σχετικά Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες…, σ. 119-122.
[44] Βλ. υποσημ. 42.
[45] Βλ. παραπάνω στα σχετικά κεφάλαια.
[46] Ανδρέας Γραμμένος, εργασία "Οι θεσμοί της αυτοδιοίκησης της υπαίθρου στη βενετοκρατούμενη Κέρκυρα, η περίπτωση της Πρακτωρείας της Μέσης", στο πλαίσο του μαθήματος "Εισαγωγή στην Ιστορία του Λατινοκρατούμενου Ελληνισμού", διδ. Αλέξης Μάλλιαρης, Τμήμα Ιστορίας Ιονίου Πανεπιστημίου, Εαρινό εξάμηνο 2005.

_______________

Η παρούσα εργασία εκπονήθηκε από τον Ανδρέα Γραμμένο στο πλαίσιο του μαθήματος "Δυτικές Κυριαρχίες στον Ελλαδικό Χώρο" του Λέκτορα του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, κ. Αλέξη Μάλλιαρη.

6/8/08

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΙΟΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ








Περιεχόμενα

Πρόλογος.














Βιβλιογραφία.

Πρόλογος

Η ανάπτυξη των τραπεζών αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη στην οικονομική ιστορία του 19ου αιώνα, με αποτελέσματα που είναι ορατά μέχρι τη σύγχρονή μας εποχή. Πράγματι, πλάι στην αλματώδη ανάπτυξη της τεχνολογίας και των επιστημών, οι τράπεζες, με τη μορφή που πήραν, καθώς και τα προϊόντα τους, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες ολοκλήρωσης της βιομηχανικής επανάστασης, της επικράτησης του φιλελευθερισμού, ακόμη και του εθνικισμού, φαινομένων που, εν πολλοίς, διαμόρφωσαν τον σύγχρονο κόσμο.
Στο πλαίσιο αυτό, η ιστορία της Ιονικής Τράπεζας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ιδρύθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, ώστε να δραστηριοποιηθεί σε μια ευρωπαϊκή περιοχή (τα Επτάνησα) χωρίς πρότερη εμπειρία σε ανάλογους οργανισμούς, και μέχρι το 1864 λειτούργησε ταυτόχρονα ως μία αυτοκρατορική βρετανική τράπεζα, αλλά και ως εθνικό (Επτανησιακό) χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Επιχείρησε ως άλλος ένας αποικιοκρατικός μηχανισμός, αλλά και ως θεσμός που τελικά συνέβαλε στην οικονομική μετεξέλιξη και ανάπτυξη της περιοχής.
Η ιστορία της γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα μετά το 1864, οπότε λειτουργεί πλέον στο πλαίσιο του ελληνικού βασιλείου. Λειτουργεί ως φορέας υλοποίησης της ελληνικής νομισματικής πολιτικής (εκδοτικό δικαίωμα), αλλά και ως δίαυλος εξυπηρέτησης των βρετανικών συμφερόντων στη χώρα. Επεκτείνεται και σε άλλες περιοχές βρετανικού ενδιαφέροντος, παραμένοντας ταυτόχρονα βασικός αρωγός της ελληνικής βιομηχανίας και της σημαντικότατης παραγωγής σταφίδας.
Σε όλο το παραπάνω διάστημα, αντιμετωπίζει τον σκληρό ανταγωνισμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με κεντρικό σημείο τριβής το εκδοτικό δικαίωμα. Η κατάληξη ήταν προδιαγεγραμμένη, από τη στιγμή, μάλιστα, που το ελληνικό κράτος είχε επιλέξει την Εθνική ως τον οικονομικό φορέα υλοποίησης της εθνικής στρατηγικής. Όταν το 1920 το εκδοτικό δικαίωμα της Ιονικής Τράπεζας λήγει, ο κύκλος εργασιών της αρχίζει να περιορίζεται και οι μέτοχοι του Σίτυ αναζητούν λύσεις στην επέκταση της τράπεζας στον μεσογειακό χώρο. Στη δεκαετία του 1950, όμως, ο κυπριακός αγώνας και οι πολιτικές ανακατατάξεις στην Αίγυπτο δίνουν τη χαριστική βολή στον πολυεθνικό χαρακτήρα της Ιονικής, τουλάχιστον όσον αφορά στη γεωγραφική εξάπλωση των εργασιών της. Από εκεί και ύστερα, η Ιονική Τράπεζα υποβαθμίζεται σε ένα μικρομεσαίο ελληνικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, για να πωληθεί, να κρατικοποιηθεί και, τελικά, να ιδιωτικοποιηθεί ξανά, απορροφούμενη από έναν στιβαρό ιδιωτικό τραπεζικό όμιλο της νέας χιλιετίας.

Εισαγωγή

Τα Επτάνησα (όσον αφορά στη μεταμεσαιωνική και νεώτερη ιστορία τους) αποτελούσαν μια καθαρά ευρωπαϊκή περιοχή[1]. Η ιστορική τους μοίρα τα έφερε, από νωρίς σχετικά, στην κυριαρχία των Βενετών, με αποτέλεσμα η γεωγραφική τους θέση να μη συμπίπτει με την κοινωνικοπολιτισμική τους ταύτιση. Αν και σε απόσταση αναπνοής από τις Οθωμανικές ακτές, οι κάτοικοι των Επτανήσων παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα στην Ευρώπη, γίνονταν κοινωνοί των ευρωπαϊκών κατακτήσεων και κινημάτων, συμμερίζονταν τους προβληματισμούς και τις αναζητήσεις των υπολοίπων Ευρωπαίων.
Παρά ταύτα, η πτώση της διεθνούς ισχύος της Βενετίας και η ταυτόχρονα αυξανόμενη αυταρχικότητα τους κράτους, είχαν ως συνέπεια την παρεμπόδιση της παρακολούθησης των μεγάλων ευρωπαϊκών εξελίξεων των τελών του 18ου αιώνα. Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι και ο καθαρά αποικιοκρατικός χαρακτήρας των πρώτων ετών της Βρετανικής Προστασίας, παρέτειναν αυτήν την κατάσταση μέχρι τη δεκαετία του 1830, οπότε οι πολιτικές εξελίξεις στα νησιά επέτρεψαν τη σχετική ανάδυση του αστικού πολιτικού λόγου, ο οποίος, εκτός από την εθνική ολοκλήρωση, διεκδικούσε την εφαρμογή των ευρωπαϊκών επιτευγμάτων που θα είχαν ως αποτέλεσμα την οικονομική ανάπτυξη και, ως εκ τούτου, την κοινωνικοπολιτική εξέλιξη του τόπου[2]. Ένα από τα κυριότερα αιτήματα, λοιπόν, των Επτανησίων, ήταν η ίδρυση ενός τουλάχιστον χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με εκδοτικό δικαίωμα, το οποίο θεωρούσαν ατμομηχανή της οικονομικής ανάπτυξης.
Κατά τον Μεσαίωνα και μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα, στα Επτάνησα δεν υπήρχε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Πρόκειται, άλλωστε, για μια εποχή που στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, και υπό τις επιταγές της Καθολικής Εκκλησίας, απαγορεύεται ουσιαστικά ο έντοκος δανεισμός, στοιχείο που λειτουργούσε αποτρεπτικά στην ίδρυση δανειοδοτικών οργανισμών, ενώ η κοπή νομισμάτων παρέμενε σχεδόν αποκλειστικά υπό κρατικό έλεγχο, με την αξία του χρήματος να προσδιορίζεται δεσμευτικά από την εμπορική αξία των μετάλλων από τα οποία αποτελούνταν και την καθαρότητά τους σε αυτά. Οι μικροί παραγωγοί και επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο και τη βιοτεχνία (συμπεριλαμβανομένης της μεταποίησης αγροτικών προϊόντων), κατέφευγαν στην υποτιμημένη προπώληση μέρους της παραγωγής (προστύχιον)[3] και στον δανεισμό με ενέχυρο (βλησίδι)[4] προκειμένου να εξασφαλίσουν κεφάλαια για τη διεύρυνση του κύκλου εργασιών τους. Οι ατομικές ή συνεταιριστικές επιχειρήσεις μεγαλύτερης κλίμακας αντλούσαν τα απαραίτητα κεφάλαια κυρίως από τον συσσωρευμένο πλούτο των ιδιοκτητών τους. Παράλληλα με τα παραπάνω, υπήρχε και ο καθαρά έντοκος δανεισμός από Εβραίους χρηματιστές, φαινόμενο που υπήρξε, πάντως, περιορισμένο και ευκαιριακό και, ως εκ τούτου, δεν επηρέασε ιδιαίτερα τις εξελίξεις[5]. Η ίδρυση στην Κέρκυρα κρατικού Ενεχυροδανειστηρίου (Monte di Pietà) το 1631, δεν βελτίωσε την κατάσταση, κυρίως λόγω της πλημμελούς διαχείρισής του, που είχε σαν αποτέλεσμα την περιορισμένη και κατά καιρούς διακοπτόμενη λειτουργία του[6].
Οι πολιτικές ανακατατάξεις των αρχών του 19ου αιώνα[7] έφεραν στο προσκήνιο την υποβαθμισμένη μέχρι τότε αστική τάξη, η οποία είχε οπωσδήποτε διάθεση να δραστηριοποιηθεί οικονομικά, έχοντας ως βάση την αναδυόμενη ναυτιλία και το θαλάσσιο εμπόριο. Παρά ταύτα, η διατήρηση του αναχρονιστικού φεουδαλικού συστήματος που διείπε το βασικό παραγωγικό κεφάλαιο, δηλαδή τη γη, καθώς και τη διαχείριση των πολιτικών πραγμάτων σε συνδυασμό με το ύφος εξουσίας των πρώτων, κυρίως, Βρετανών Αρμοστών, δεν επέτρεψε τη δημιουργία ενός ευνοϊκού για την οικονομική ανάπτυξη θεσμικού πλαισίου, ούτε των απαραίτητων υποδομών. Αντίθετα, εντάθηκε η εκμετάλλευση των μικροκαλλιεργητών από τους οικονομικά ευρωστότερους[8], με τον πλέον αντιπαραγωγικό τρόπο, αφού, μάλιστα, εισήχθη και η ποινή της προσωποκράτησης για μη εξυπηρετούμενα χρέη[9].
Ο ευρωπαϊκός αναβρασμός της δεκαετίας του 1830 (βελγική επανάσταση, έξωση Βουρβόνων από τη Γαλλία κ.τ.λ.) είχε επίδραση και στα Επτάνησα. Οι φιλελεύθεροι και οι αστοί με επικεφαλής τον Α. Μουστοξύδη, ισχυροποίησαν τη θέση τους στην Ιόνιο Βουλή και ενέτειναν τις προσπάθειές τους για πρόοδο σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο[10].
Με την πρόθεση να απαγκιστρωθεί ο πρωτογενής τομέας από την τοκογλυφία και να αποκτήσει οργανωμένη χρηματαγορά με γνώμονα την ανάπτυξη, η 5η Βουλή προέβλεπε με νόμο της (Ν. 83/16.7.1837) την ίδρυση πιστωτικής και αποταμιευτικής τράπεζας με εκδοτικό δικαίωμα και κρατική συμμετοχή στο κεφάλαιο και τη διοίκηση[11]. Η απόπειρα αυτή δεν ευοδώθηκε λόγω της απροθυμίας συμμετοχής των ντόπιων κεφαλαιούχων που θεωρούσαν προσφορότερη την τοκογλυφία[12] και η Αρμοστεία του Sir Howard Douglas στράφηκε προς την πρωτοβουλία μιας ομάδας επενδυτών που δραστηριοποιήθηκε σχετικά με έδρα το Λονδίνο.

Η ίδρυση της Ιονικής Τράπεζας

Το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων βρήκε τη Βρετανία ισχυροποιημένη όσο ποτέ στη διεθνή πολιτική και οικονομική σκηνή. Έπειτα από αιώνες αποκλεισμού από την ηπειρωτική Ευρώπη, η Αλβιόνα είχε καταφέρει να οικοδομήσει ένα στιβαρό δίκτυο επιρροής, να αποκτήσει εδαφικά ερείσματα και να αναγνωριστεί ως ένα από τα σημαντικότερα μέλη ενός διεθνοπολιτικού οργανισμού διαχείρισης των ευρωπαϊκών πραγμάτων (Ιερά Συμμαχία). Ταυτόχρονα, όχι μόνο δεν είχε υποστεί την αφαίμαξη που υπέστησαν οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις σε οικονομικό, υλικοτεχνικό και πληθυσμιακό επίπεδο, όχι μόνο είχε αποφύγει τους κοινωνικοπολιτικούς κλυδωνισμούς που συντάραξαν άλλα καθεστώτα, αλλά είχε εκμηδενίσει ναυτικά τους εμπορικούς της αντιπάλους, αναδεικνυόμενη μόνη κυρίαρχος ενός εμπορικού δικτύου που εκτεινόταν από τη Ρωσία έως την ανατολική Μεσόγειο.
Κρίσιμης σημασίας βάση για τα βρετανικά συμφέροντα στη Μεσόγειο αποτελούσαν τα Επτάνησα, για τα οποία η Βρετανία είχε λάβει εντολή προστασίας από τη Συνδιάσκεψη των Παρισίων το 1815. Οι Βρετανοί δεν είδαν στα Επτάνησα μόνο στρατηγική αξία[13], αλλά από την αρχή αντελήφθησαν ότι τα επτανησιακά λιμάνια και η ενδοχώρα αποτελούσαν ένα πολύτιμο πεδίο εμπορικής εκμετάλλευσης και επέκτασης στις απέναντι επάκτιες περιοχές. Τα ίδια τα νησιά διέθεταν έναν αρκετά μεγάλο πληθυσμό[14], ο οποίος, χάρη στη διαφορική οικονομική του διαστρωμάτωση, απορροφούσε σημαντική ποικιλία και μεγάλες ποσότητες βρετανικών βιομηχανικών προϊόντων[15]. Οι εκατέρωθεν ηπειρωτικές ακτές[16] αποτελούσαν εδάφη εν γένει φτωχά σε υλικοτεχνικούς όρους, στοιχείο που ευνοούσε τη βρετανική εμπορική διείσδυση[17]. Παράλληλα, τόσο τα Επτάνησα, όσο και οι απέναντι ακτές, παρήγαγαν σημαντικές ποσότητες φθηνών πρωτογενών προϊόντων, χρήσιμων στο βρετανικό εμπόριο και τη βιομηχανία, πολλαπλασιάζοντας τα οφέλη από την Προστασία, η οποία, ούτως ή άλλως, ήταν σχετικά ανέξοδη[18].

Από ό,τι προκύπτει, τα παραπάνω, και όχι καθ’ αυτή τη χρηματοοικονομική εξυγίανση των Επτανήσων, είχαν στο μυαλό τους οι Βρετανοί επενδυτές με τους οποίους ήρθε σε επαφή ο εντεταλμένος του Αρμοστή Douglas, Sir Alexander Wood[19] στα τέλη του 1837. Είναι χαρακτηριστικό ότι η συγκεκριμένη ομάδα επενδυτών[20] είχε πρωτοστατήσει λίγο νωρίτερα (1833-5) στην ίδρυση μιας σημαντικής αποικιακής τράπεζας, της Royal Bank of Australasia and South Africa. Το στοιχείο αυτό μας διαφωτίζει σχετικά με τις διασυνδέσεις της ομάδας στα υψηλά κυβερνητικά κλιμάκια του Λονδίνου, αλλά και με την αρχική της αντίληψη αναφορικά με την υπό ίδρυση Ιονική Τράπεζα. Σύντομα, πάντως, οι επενδυτές ανακάλυψαν ότι στην περίπτωση της Ιονικής έπρεπε να επιχειρήσουν σε ένα διαφορετικό περιβάλλον και να λάβουν υπ’ όψιν τις ιδιαίτερες παραμέτρους του. Για τον λόγο αυτό, χρειάστηκαν αρκετά περισσότερο χρόνο απ’ ότι για να ιδρύσουν την Royal Bank of Australasia and South Africa.
Είναι βέβαιο ότι η αλληλογραφία που ανέπτυξε στη συνέχεια ο John Wright με τον Αρμοστή Douglas, τον πρόεδρο της Ιονίου Γερουσίας, Κόμη Σπ. Βούλγαρη και τον Sir A. Wood, όπως και η αποστολή στα νησιά του μελλοντικού γενικού γραμματέα της εταιρείας, George Ward, στάθηκαν ιδιαίτερα διαφωτιστικές για τους επενδυτές, οι οποίοι διείδαν σημαντικά οφέλη στο να ιδρύσουν μια κρατική και όχι αποικιακή τράπεζα στο επτανησιακό προτεκτοράτο. Στο prospectus της «Ιονικής Κρατικής Τράπεζας» που κυκλοφορήθηκε στο Λονδίνο τον Ιανουάριο του 1839 δηλωνόταν ότι η τράπεζα θα ιδρυόταν με βάση τον Νόμο του 1837 της Ιονίου Βουλής[21] και την πρόσκληση του Αρμοστή των νησιών. Παράλληλα, τονίζονταν η σημασία του εμπορίου της σταφίδας και των Ιόνιων λιμένων ως διαμετακομιστικών σταθμών για την εξαγωγή βρετανικών προϊόντων στην απέναντι ευρωπαϊκή ενδοχώρα[22].
Παρά την εκκρεμότητα σημαντικών ζητημάτων, διατέθηκαν 3.500 μετοχές της υπό ίδρυση τράπεζας, ενώ άλλες 500 προβλεπόταν να διατεθούν σε Επτανησίους επενδυτές. Με βάση την ανταπόκριση του κοινού, η ομάδα του Wright συνήψε ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο προβλεπόταν η ίδρυση της τράπεζας ως εταιρεία ή συμμετοχική επιχείρηση με διοικητικό συμβούλιο και μετόχους. Αν και αυτή η κίνηση έδινε κάποια νομική βάση στο εγχείρημα, απαιτούνταν αρκετές ακόμη διαδικασίες για την επίσημη ίδρυση, καθώς η ομάδα του Wright είχε την πρόθεση να ιδρύσει την τράπεζα ως επιχείρηση υποκείμενη στην ιόνια και όχι τη βρετανική νομοθεσία[23]. Το σημείο αυτό διαφοροποιεί την Ιονική από τις υπόλοιπες υπερπόντιες βρετανικές τράπεζες που είχαν ιδρυθεί κατά τη δεκαετία του 1830[24], αποδίδοντάς της τον δυϊκό χαρακτήρα ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που αποτελεί ταυτόχρονα αυτοκρατορικό (βρετανικό) και εθνικό (επτανησιακό) οικονομικό θεσμό.
Στη συνέχεια, οι επενδυτές απέστειλαν στην Κέρκυρα τους G. Ward και James Hunter (ο τελευταίος είχε εισαχθεί στη «διοίκηση» της υπό ίδρυση τράπεζας) με σκοπό να διαπραγματευτούν με τους τοπικούς θεσμικούς παράγοντες το καθεστώς της μελλοντικής τράπεζας. Οι δύο απεσταλμένοι είχαν εντολές να διατρανώσουν την πλήρη αντίθεση των επενδυτών σε οποιαδήποτε κυβερνητική παρέμβαση στην εσωτερική λειτουργία της τράπεζας, αλλά κυρίως να διαπραγματευτούν τους όρους σχετικά με το εκδοτικό δικαίωμα της Ιονικής[25].
Παρά την απουσία σχετικής αναφοράς από το prospectus της Ιονικής τον Ιανουάριο του 1839, το εκδοτικό δικαίωμα θεωρούταν από τους επενδυτές ως εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την ίδρυση της τράπεζας[26]. Σε επιστολή τους προς τον Αρμοστή Douglas, οι επενδυτές καθιστούσαν σαφές ότι η έκδοση χαρτονομισμάτων θα καλυπτόταν από την εξόφληση συναλλαγματικών[27]. Συνεπώς, η φερεγγυότητα του κυκλοφορούντος νομίσματος θα κρινόταν με βάση τη φερεγγυότητα των εξοφλούμενων συναλλαγματικών και θα κινδύνευε μόνο στην περίπτωση που τα στελέχη της τράπεζας στα νησιά αποτύγχαναν να ελέγξουν το αντίκρισμα των συναλλαγματικών που εξοφλούσαν, είτε λόγω ανταγωνισμού, είτε εξ αιτίας μεγάλης πίεσης από ντόπιους παράγοντες. Επιπλέον, τόνιζαν ότι αρκούσε ο κρατικός έλεγχος των περιοδικών αποδόσεων της τράπεζας για να πιστοποιείται η νομιμότητα της έκδοσης νομισμάτων[28], η οποία θεωρούσαν ότι μπορούσε να φτάσει το τριπλάσιο του κεφαλαίου της Ιονικής.
Με αυτή την επιχειρηματολογία, η οποία στηριζόταν και στους θεωρητικούς της Νομισματικής Σχολής που κέρδιζαν έδαφος στη Βρετανία[29], οι επενδυτές ζητούσαν από το Ιόνιο κράτος την (μη δεδομένη εκείνη την εποχή) αποκλειστικότητα στο εκδοτικό δικαίωμα. Κατά την επιχειρηματολογία τους, ο έλεγχος της κυκλοφορίας του νομίσματος και, ως εκ τούτου, της διακύμανσης των τιμών, θα ήταν εφικτός μόνο με την θέσπιση αποκλειστικού εκδοτικού δικαιώματος, καθώς σε τέτοια περίπτωση οι αντιδράσεις της τράπεζας σε τυχόν κραδασμούς της αγοράς, θα ήταν άμεσες και αποτελεσματικές, με κύριο όπλο τα επιτόκια προεξόφλησης των συναλλαγματικών[30].
Ο Αρμοστής Douglas έδειξε να πείθεται από τους συμπατριώτες του επενδυτές και επιχείρησε να προωθήσει το θέμα της Ιονικής στα υπόλοιπα θεσμικά όργανα του κράτους (Βουλή – Γερουσία), καθώς ήταν απαραίτητη μια νομοθετική ρύθμιση για την επιτυχή κατάληξη του εγχειρήματος. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο προηγούμενος νόμος 83/1837, προέβλεπε την ίδρυση εθνικής τράπεζας με κρατική συμμετοχή στο κεφάλαιο και τη διοίκηση, κεφάλαιο ₤100.000 και εκδοτικό δικαίωμα ανερχόμενο στο ήμισυ του κεφαλαίου. Ως εκ τούτου, οι διαφοροποιήσεις του σχήματος της Ιονικής σε σχέση με τον νόμο 83/1837, έπρεπε να καλυφθούν νομικά, είτε με την ψήφιση νέου νόμου, είτε με σχετική, εγκεκριμένη από τη Βουλή, τροπολογία του Ν. 83/1837[31].
Στο σημείο αυτό τα πράγματα άρχισαν να περιπλέκονται. Την Άνοιξη του 1839 το πολιτικό σκηνικό των Επτανήσων ήταν ρευστό, με τις πολιτικές δυνάμεις και την Αρμοστεία εν βρασμώ, καθώς η φιλελεύθερη αντιπολίτευση διεκδικούσε αλλαγή του εκλογικού συστήματος, ελευθεροτυπία και φιλελευθεροποίηση του Συντάγματος. Στο πλαίσιο αυτό, οι φιλελεύθεροι πολιτικοί αντιμετώπιζαν με δυσπιστία κάθε εξέλιξη που ισχυροποιούσε τα βρετανικά συμφέροντα στο Ιόνιο κράτος. Αυτή τους η δυσπιστία διατυπώθηκε με ενστάσεις που επικεντρώνονταν στο ύψος του εκδιδομένου από την Ιονική νομίσματος και το αντίκρισμά του, ενώ η Βουλή (στην οποία ο Douglas είχε διαβιβάσει τον φάκελο της Ιονικής) συγκρότησε ειδική επιτροπή για να εξετάσει το θέμα. Κατά την άποψη του Αρμοστή, η συγκρότηση της επιτροπής συνιστούσε κωλυσιεργία, στην οποία απάντησε με διάλυση της Βουλής και προκήρυξη εκλογών. Στη νέα Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές, βέβαια, οι φιλελεύθεροι βρέθηκαν ενισχυμένοι, αλλά το νεκρό κοινοβουλευτικά μεσοδιάστημα, επέτρεψε στον Douglas να μεταθέσει το θέμα της Ιονικής στην πιο συντηρητική Γερουσία. Και στη Γερουσία, όμως, οι εξελίξεις δεν στάθηκαν ιδιαίτερα ευνοϊκές, τουλάχιστον αρχικά. Ο τότε πρόεδρος, Δ.Α. Χαλικιόπουλος θεωρούσε ότι το θέμα έπρεπε να ρυθμιστεί από τη Βουλή, ενώ πολλοί γερουσιαστές που προέρχονταν από τις τάξεις της γαιοκτητικής αριστοκρατίας έθεταν ως προϋπόθεση της επίνευσής τους τη δυνατότητα δανεισμού τους από την Ιονική με εγγύηση τη γη τους[32]. Παρόμοια με τον Δ.Α. Χαλικιόπουλο στάση κράτησε και ο διάδοχός του Κόμης Βιλέττας.
Εκτός από τους Επτανησίους πολιτικούς, σκεπτικιστική, αν όχι αρνητική, στάση κράτησε και ο Θησαυροφύλακας του Ιονίου Κράτους, Στρατηγός Woodhouse. Ο Βρετανός αξιωματικός δεν επιθυμούσε την ίδρυση της Ιονικής, τουλάχιστον με τη μορφή που είχε προταθεί, καθώς έπληττε τα προσωπικά του συμφέροντα. Διαχειριζόμενος τον ασφαλέστερο αποταμιευτικό θεσμό των νησιών, ο Θησαυροφύλακας είχε αναπτύξει προσωπική τραπεζική δραστηριότητα στον χώρο του ιδρύματος. Ως εκ τούτου, πρόβαλλε ως θεματοφύλακας του Ιόνιου Κράτους και επιτιμητής των προθέσεων των Βρετανών επενδυτών. Ο ρόλος του Woodhouse έφερε τον Αρμοστή προ εκπλήξεως, οδηγώντας τον να προτείνει στους Ward και Hunter να αποδεχθούν μετριότερα προνόμια για την υπό ίδρυση τράπεζα[33].
Οι αντιδράσεις των Επτανησίων πολιτικών και του Woodhouse διατήρησαν τα πράγματα σε σχετική στασιμότητα για έξι περίπου μήνες, ασκώντας ισχυρή πίεση στο επενδυτικό σχήμα του Λονδίνου. Όταν, μάλιστα, τον Οκτώβριο του 1839, μία τοπική πρωτοβουλία για την ίδρυση αμιγώς επτανησιακής τράπεζας έδειχνε να κερδίζει έδαφος[34], η ομάδα του Wright, ήταν έτοιμη να αποδεχθεί ό,τι η επιμονή του Αρμοστή Douglas μπορούσε να εξασφαλίσει. Ένα θέσπισμα (Atto di Governo στην ορολογία της εποχής) της Γερουσίας, με ημερομηνία 23/10/1839[35], έκανε δεκτή την αίτηση που είχαν υποβάλει οι Ward και Hunter εξ ονόματος των επενδυτών. Το θέσπισμα αυτό αναγνώριζε μεν εικοσαετές αποκλειστικό εκδοτικό δικαίωμα στην τράπεζα, διέγραφε δε τον όρο «Κρατική» από τον τίτλο της (η προταθείσα ονομασία ήταν “Ionian State Bank”), ενώ περιόριζε την έκδοση χαρτονομίσματος στο ήμισυ του κεφαλαίου της[36].
Σε ακολουθία του παραπάνω θεσπίσματος και σε συνδυασμό με τις επαφές των επενδυτών της Ιονικής με τη βρετανική κυβέρνηση, η ιδρυτική πράξη της Ιονικής Τράπεζας υπεγράφη στο Λονδίνο στις 14 Σεπτεμβρίου του 1840. Φυσικά, χρειάζονταν πολύς χρόνος και αρκετά χρονοβόρες διαδικασίες για να εκδοθεί το βασιλικό διάταγμα (Royal Charter) που αναγνώριζε την Ιονική από πλευράς του βρετανικού κράτους και το οποίο εξεδόθη μόλις το 1844[37].


Η λειτουργία της Ιονικής

Ι. Επτάνησα

Παρά τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω σχετικά με τις επιδιώξεις των επενδυτών της Ιονικής, που, για πολλούς, έρχονταν σε αντίθεση προς τα συμφέροντα των Επτανησίων[38], κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η λειτουργία της τράπεζας υπήρξε ευεργετική για τα νησιά και τον πληθυσμό τους. Φυσικά, δεν είναι της παρούσης να κριθεί το μέγεθος των ωφελημάτων, ούτε να παρατεθούν εικασίες για τον θετικότερο ή μη ρόλο που θα είχε μια τοπική τράπεζα, αν είχαν τελεσφορήσει οι προσπάθειες του 1837 ή της ομάδας του Βιάρου Καποδίστρια δύο χρόνια αργότερα.
Ένα στοιχείο που, αναμφισβήτητα, είχε θετική επίδραση στην οικονομία και την κοινωνία των Επτανήσων, ήταν η επιβεβλημένη από τις γεωγραφικές συνθήκες οργάνωση της Ιονικής Τράπεζας σε υποκαταστήματα. Ήδη από το 1840 η Ιονική εγκαινίασε καταστήματα στην Κέρκυρα, την Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο. Η λειτουργία τους ευνόησε τις οικονομικές συναλλαγές μεταξύ των νησιών, οι οποίες αυξήθηκαν σε αριθμό και όγκο, ενοποιώντας τις οικονομίες τους, προάγοντας τις επαφές και τις συμπράξεις μεταξύ των κατοίκων τους.
Η ομογενοποίηση του Ιόνιου οικονομικού χώρου έγινε ακόμη πιο σαφής με τον άμεσο διορισμό πρακτόρων της Ιονικής στην Μάλτα, την Ανκόνα, τη Βενετία και την Τεργέστη. Το δίκτυο των πρακτόρων της τράπεζας διευρύνθηκε ακόμη περισσότερο από τον Δεκέμβριο του 1843 μέχρι το 1845, οπότε η Ιονική βρέθηκε να διαθέτει αντιπροσώπευση σε έναν τεράστιο οικονομικό χώρο από το Λονδίνο μέχρι την Αλεξάνδρεια[39]. Οι Επτανήσιοι επιχειρηματίες και έμποροι μπορούσαν πλέον να κινηθούν με άνεση σε ένα διευρυμένο διεθνές περιβάλλον, να επεκτείνουν τις επιχειρήσεις και τον κύκλο εργασιών τους, κερδίζοντας σε χρήμα, αναγνώριση και εμπειρία.
Εμπειρίες απέκτησαν οι Επτανήσιοι και μέσω της υπηρεσίας τους στα διάφορα κλιμάκια της τράπεζας. Αν και, αρχικά τουλάχιστον, το διευθυντήριο του Λονδίνου προτιμούσε να διορίζει Βρετανούς στις κρίσιμες θέσεις, αργά, αλλά σταθερά, αυξάνονταν οι θέσεις που στελεχώνονταν από Επτανησίους. Η κατάρτιση που λάμβαναν τα στελέχη αυτά είχε επίδραση στον οικονομικό, αλλά και τον πολιτικό πολιτισμό των νησιών και, μετά την Ένωση, του ελληνικού κράτους εν γένει.
Επίσης, οι καταθετικές και δανειοδοτικές υπηρεσίες[40] που πρόσφερε η Ιονική Τράπεζα, οδήγησαν, εν πολλοίς, σε σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στα Επτάνησα. Όπως ανεφέρθη παραπάνω, δύο φαινόμενα μάστιζαν την κυκλοφορία του χρήματος και τις δανειακές συναλλαγές στα Επτάνησα: η τοκογλυφία και ο αποθησαυρισμός. Η έναρξη των εργασιών της Ιονικής έδωσε ένα καινούριο στίγμα στην τοπική αγορά χρήματος, παρ’ ότι τα αποτελέσματα έγιναν αισθητά ύστερα από αρκετά χρόνια. Με την εμφάνιση της τράπεζας και τη σταδιακή αποδοχή της από τους ντόπιους[41], άρχισε να αλλάζει η συμπεριφορά των τελευταίων απέναντι στο χρήμα: τα κεφάλαια δεν αποθησαυρίζονταν αλλά κατατίθονταν και τοκίζονταν[42], ενώ τα επιχειρηματικά δάνεια χορηγούνταν πια με βάση ορθολογικούς όρους και όχι τις προσωπικές σχέσεις και το κοινωνικό status του πιστωτή και του δανειζομένου. Ως εκ τούτου, τα δανειζόμενα κεφάλαια έπρεπε να επενδύονται αποδοτικά, προκειμένου να εξυπηρετούνται τα δάνεια[43]. Το τελευταίο αυτό στοιχείο, σε συνδυασμό με την άρση των μερκαντιλιστικών κωλυμάτων με την άρση της Προστασίας και την Ένωση των Επτανήσων με το Βασίλειο της Ελλάδος, είχε ως αποτέλεσμα την «απογείωση» του δευτερογενούς τομέα, με επίκεντρο την Κέρκυρα.

Κατά την περίοδο της Προστασίας, το Ιόνιο Κράτος βρήκε στην Ιονική έναν μεγάλο πιστωτή, ο οποίος παρείχε χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις για την υλοποίηση του κρατικού προϋπολογισμού και των δημοσίων έργων. Η πρώτη αίτηση για χορήγηση δανείου ₤15-20.000 έγινε το καλοκαίρι του 1839, αλλά απερρίφθη καθώς η ίδρυση της τράπεζας δεν είχε ακόμη εγκριθεί. Ακολούθησε η σύναψη δανείου ύψους ₤13.000 το 1840, η οποία εγκαινίασε τη χρηματοπιστωτική εξάρτηση του Ιονίου Κράτους από την Ιονική. Κατά την περίοδο της Ένωσης (1864-5) ο κρατικός οργανισμός των Επτανήσων όφειλε στην τράπεζα ₤52.000 με τόκο 4 έως 7%[44]. Οι Ριζοσπάστες και οι υπόλοιποι φιλελεύθεροι των νησιών, πάντως, θεωρούσαν ότι η κατάσταση αυτή επέτρεπε την εκβιαστική απόσπαση προνομίων και την υπαγόρευση της κρατικής πολιτικής από πλευράς της Ιονικής Τράπεζας και των Βρετανών[45]. Αυτή η σχέση δανείων – προνομίων συνεχίστηκε και μετά την Ένωση.

ΙΙ. Ελληνικό Κράτος

Οι πρώτες, υψηλού επιπέδου, επαφές μεταξύ της Ιονικής Τράπεζας και του Ελληνικού Δημοσίου πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την Ένωση. Από την αρχή των διαπραγματεύσεων έγινε σαφής η πρόθεση της βρετανικής κυβέρνησης να διασφαλίσει τα προνόμια της τράπεζας στα Επτάνησα[46] και υπό το νέο καθεστώς. Οι ίδιοι οι άνθρωποι της Ιονικής δεν έμειναν, φυσικά, αμέτοχοι. Ήδη το 1865 ενέκριναν δάνεια προς το Ελληνικό Κράτος, ύψους ₤39.000, με αντάλλαγμα το σεβασμό των προνομίων που είχαν παραχωρηθεί στην Ιονική[47]. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, το ευνοϊκό καθεστώς της τράπεζας στα Επτάνησα διασφαλίστηκε τόσο με τη συνθήκη της Ένωσης, όσο και με νόμο του Ελληνικού Κράτους[48].
Με την Ένωση, δύο μεγάλες τράπεζες, η Ιονική και η Εθνική, βρέθηκαν να διεκδικούν την πρωτοκαθεδρία στη χώρα και τις υπόλοιπες ελληνικές περιοχές, οι επιχειρηματίες των οποίων στρέφονταν στην Ελλάδα για την αποταμίευση των κεφαλαίων τους και την εύρεση νέων πόρων. Αν και οι διεθνείς Συνθήκες και οι ελληνικοί νόμοι παραχωρούσαν στην κάθε τράπεζα αποκλειστικότητα σε κάποιες περιοχές, οι δύο χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί επεδίωκαν τη γεωγραφική τους εξάπλωση. Παρά ταύτα, όπως συμβαίνει συνήθως σε περιβάλλον ολιγοπωλίου, οι δύο ανταγωνιστές σέβονταν ο ένας τον άλλο και προχωρούσαν σε άμεση συνεννόηση όταν τα κοινά τους συμφέροντα απειλούνταν[49]. Στο πλαίσιο αυτό η Ιονική και η Εθνική, έπειτα από κατ’ ιδίαν διαπραγματεύσεις, καθόρισαν το πλαίσιο του ανταγωνισμού τους και όρους αμοιβαίου σεβασμού[50].
Παρά ταύτα, το κράτος στηρίζει την Εθνική Τράπεζα, την οποία προφανώς προτιμά ως βραχίονα της νομισματικής του πολιτικής, αλλά και ως χρηματοπιστωτικό φορέα επενδύσεων στον κορμό της χώρας. Αυτή η στάση έγινε σαφής κατά την περίοδο 1871-3, όταν προέκυψε το ζήτημα της παραχώρησης εκδοτικού δικαιώματος και στη Γενική Πιστωτική Τράπεζα[51]. Αν και η απόπειρα της τελευταίας δεν τελεσφόρησε (το αποκλειστικό για τα Επτάνησα εκδοτικό δικαίωμα της Ιονικής ανανεώθηκε για 25 χρόνια το 1880), έγινε σαφές στους μετόχους της Ιονικής ότι στο εξής η τράπεζα θα έπρεπε να αγωνίζεται σκληρά για κάθε ανανέωση του εκδοτικού δικαιώματός της.
Η διαπίστωση αυτή επαληθεύτηκε την περίοδο 1901-5, όταν διεξήχθησαν οι διαπραγματεύσεις για την νέα ανανέωση. Στην ένταση των διαπραγματεύσεων συνέβαλε και η στάση της ελληνικής κυβέρνησης που, στο κλίμα της εποχής, επιθυμούσε μία κεντρική εκδοτική τράπεζα. Στην κατεύθυνση αυτή είναι σαφές ότι το πλεονέκτημα ανήκε στην Εθνική, όχι μόνο γιατί η πλειονότητα των μετόχων της ήταν ελληνικής καταγωγής, αλλά και γιατί δραστηριοποιούταν ήδη στο μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας. Με βάση τα παραπάνω, η Εθνική, με την επίνευση της κυβέρνησης, κατέθεσε πρόταση στην Ιονική για συγχώνευση ή εξαγορά του εκδοτικού της δικαιώματος.
Μεγαλύτερη απήχηση είχε η πρόταση για συγχώνευση που κατατέθηκε στα μέσα Μαΐου του 1903. Η πλειονότητα των μετόχων και του διοικητικού συμβουλίου του Λονδίνου αντιμετώπισε θετικά την πρόταση, ενώ δέχτηκε και την εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα από ειδικό κλιμάκιο της Εθνικής. Έπειτα από διαπραγματεύσεις μηνών, στις 10 Σεπτεμβρίου του 1903, η προσφορά της Εθνικής έγινε δεκτή από το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας και τους μετόχους του Λονδίνου. Αντίθετα, οι Έλληνες μέτοχοι, και ιδιαίτερα οι Κερκυραίοι, διαφωνούσαν με την πραγματοποίηση της συγχώνευσης. Η διοίκηση της τράπεζας πρότεινε τότε την πώληση μόνο του εκδοτικού δικαιώματος, με αντίτιμο ₤62.000, αλλά και αυτή η πρόταση απερρίφθη από τους Κερκυραίους μετόχους τον Δεκέμβριο. Παρά τις προσπάθειες του διοικητικού συμβουλίου για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, οι συζητήσεις διεκόπησαν οριστικά τον Ιανουάριο του 1904.
Η απόρριψη των προτάσεων της Εθνικής, οι οποίες, όπως αναφέραμε, απηχούσαν τις θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης, αφαίρεσαν διαπραγματευτική ισχύ από τη διοίκηση της τράπεζας κατά τις συζητήσεις για την ανανέωση του εκδοτικού της δικαιώματος. Παρά ταύτα, και παρά τη θέληση της κυβέρνησης να περιοριστεί το εκδοτικό δικαίωμα σε μία μόνο τράπεζα, η Ιονική πέτυχε την ανανέωση του δικαιώματος για δεκαπέντε ακόμη χρόνια, αν και χωρίς τη δυνατότητα ανανέωσης[52]. Στα 1920, το εκδοτικό δικαίωμα της Ιονικής για τα Επτάνησα μεταβιβάστηκε στην Εθνική.
Την προδιαγεγραμμένη απώλεια του εκδοτικού δικαιώματος η διοίκηση της Ιονικής επέλεξε να την αντιμετωπίσει με επέκταση των εργασιών της σε όρους γεωγραφικής ευρύτητας. Στα 1907 εγκαινιάστηκε το πρώτο πλήρες υποκατάστημα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου[53]. Η εξέλιξη αυτή σηματοδότησε την πολιτική επέκτασης σε Μεσογειακές περιοχές, ελληνικού, αλλά και βρετανικού ενδιαφέροντος, που, όπως θα δούμε παρακάτω, κράτησε για πενήντα περίπου χρόνια.
Για τα επόμενα του 1907, πάντως, χρόνια, η Μεσογειακή επέκταση της Ιονικής ανεστάλη, λόγω των δραματικών πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Το στρατιωτικό κίνημα του 1909 και την περίοδο της συνταγματικής αναθεώρησης ακολούθησαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Αν και οι πολεμικές περίοδοι επιδρούν συνήθως αρνητικά στην επιχειρηματική δραστηριότητα, η Ιονική κατόρθωσε να εκμεταλλευτεί τις περιστάσεις, κυρίως δε την παρουσία των συμμαχικών δυνάμεων της Entente στη Μακεδονία και το Αιγαίο. Ταυτόχρονα, οι Σύμμαχοι βρήκαν στην Ιονική έναν αξιόπιστο χρηματοπιστωτικό οργανισμό για την εξυπηρέτηση των στρατευμάτων και της εν γένει πολιτικής τους στην περιοχή. Η Ιονική ήταν μια τράπεζα με έδρα το Λονδίνο και το διοικητικό συμβούλιό της απαρτιζόταν από Βρετανούς – ως εκ τούτου, η προσήλωσή της στα συμφέροντα της Entente θεωρούταν δεδομένη, αντίθετα από τις υπόλοιπες ελληνικές τράπεζες που, στο κλίμα του Εθνικού Διχασμού, δεν αποτελούσαν φερέγγυους εταίρους. Από την πλευρά της, η Ιονική έσπευσε να ιδρύσει υποκαταστήματα σε περιοχές συμμαχικού ενδιαφέροντος, όπως στην Ερμούπολη, τη Μυτιλήνη, τον Μούδρο και την Καβάλα. Ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες της κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο βρετανός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, Granville, πρότεινε η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης να ανατεθεί σε βρετανικές επιχειρήσεις και την Ιονική[54].
Κατά τον Μεσοπόλεμο, η Ιονική συνέχισε την πολιτική της επέκτασης, τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε διεθνές επίπεδο. Το 1922 εξαγόρασε το υποκατάστημα της αμερικανικής Guaranty Trust Co στην Κωνσταντινούπολη, το 1924 εγκαινίασε υποκατάστημα στη Νέα Υόρκη, ενώ το 1926 εδραίωσε την παρουσία της στην Κύπρο με υποκατάστημα στη Λευκωσία, το οποίο ακολούθησαν ακόμα τρία σε Λεμεσό, Αμμόχωστο και Λάρνακα. Η οικονομική κρίση του 1929 ανάγκασε την Ιονική σε μερική οπισθοχώρηση. Το υποκατάστημα της Νέας Υόρκης έκλεισε, ενώ εκείνο της Κωνσταντινούπολης πωλήθηκε στην Deutsche Bank. Στα τέλη, πάντως της δεκαετίας του 1930, η Ιονική επανέρχεται δυναμικά στην πολιτική της επέκτασης, εξαγοράζοντας τα 2/3 των μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας το 1938.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος προκάλεσε ισχυρούς κραδασμούς στην Ιονική Τράπεζα. Δεν ήταν μόνο το ότι ο γερμανικός Blitzkrieg που έθεσε ολόκληρη, σχεδόν, την ηπειρωτική Ευρώπη υπό τον έλεγχο του Άξονα με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των οικονομικών συναλλαγών, αλλά, κυρίως, η κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς που έφεραν την Ιονική στο χείλος της καταστροφής. Το ισχυρότερο πλήγμα, πάντως, το δέχτηκε η τράπεζα στα Επτάνησα από τη νέα ιταλική διοίκηση. Οι Ιταλοί, στο πλαίσιο της πολιτικής τους για ενσωμάτωση των Επτανήσων στην Ιταλία, δεν ανέστειλαν απλώς τη λειτουργία της τράπεζας, αλλά προχώρησαν και στην απορρόφηση των περιουσιακών και κεφαλαιακών της στοιχείων στον ιταλικό χρηματοπιστωτικό οργανισμό που ίδρυσαν στα νησιά.
Μετά το τέλος του πολέμου, στο πλαίσιο της σταθεροποίησης του νέου φιλοδυτικού καθεστώτος, της ισχυροποίησης της βρετανικής επιρροής και της εφαρμογής του σχεδίου Marshal στην Ελλάδα, η Ιονική έδειξε να ανακάμπτει στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Το 1949, μάλιστα, προχώρησε σε νέα αγορά μετοχών της Λαϊκής, αποκτώντας τα 4/5 του μετοχικού της κεφαλαίου, ενώ το 1951 άνοιξε υποκατάστημα και στο Κάιρο. Αυτό απετέλεσε και το κύκνειο άσμα της τράπεζας, τουλάχιστον με τη μορφή που αυτή λειτούργησε για περισσότερο από έναν αιώνα.
Ο Κυπριακός Αγώνας και η Αιγυπτιακή Επανάσταση, η αυξανόμενη ένταση του κινήματος της αποαποικιοποίησης και της αναγνώρισης της αμερικανικής υπεροχής στην ανατολική Μεσόγειο από πλευράς της Βρετανίας, σε συνδυασμό με τις απώλειες της Ιονικής κατά τον πόλεμο, οδήγησαν τους βρετανούς μετόχους στην απόφαση να ρευστοποιήσουν την Ιονική εκτός βρετανικών συνόρων. Το 1957, στο πλαίσιο των αθρόων εθνικοποιήσεων, τα αιγυπτιακά υποκαταστήματα της τράπεζας απορροφήθηκαν από την Al-Goumhourieh Bank, ενώ, το ίδιο έτος η Ιονική πώλησε τα υποκαταστήματά της στην Κύπρο στην Chartered Bank. Το 1958 η Ιονική συγχωνεύει τη Λαϊκή, σχηματίζοντας την Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος. Το νέο ίδρυμα πωλήθηκε στον όμιλο της Εμπορικής του Στρατή Ανδρεάδη[55], ο οποίος εξασφάλισε, για τον σκοπό αυτόν, δάνειο $1.500.000 με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους[56]. Στο πλαίσιο του ομίλου της Εμπορικής, η Ιονική δραστηριοποιήθηκε σε νέους, για την εποχή, τομείς, όπως την τουριστική αγορά, ιδρύοντας, το 1959, την Ιονική Τουριστική, η οποία πρωτοστάτησε στην τουριστική ανάπτυξη της χώρας, χρηματοδοτώντας, μάλιστα, την ανέγερση των ελληνικών Hilton Hotels.
Καμπή στην ιστορία της τράπεζας υπήρξε το 1975, οπότε η Ιονική κρατικοποιήθηκε στο πλαίσιο της πολιτικής της κυβέρνησης του Κ. Καραμανλή[57]. Στα χέρια του ελληνικού Δημοσίου, η τράπεζα όχι μόνο δεν μείωσε τη δράση της, αλλά, αντίθετα, απέκτησε νέα δυναμική, καθιστάμενη η τρίτη σε μέγεθος τράπεζα της χώρας. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, μάλιστα, απετέλεσε έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομικής διείσδυσης στα Βαλκάνια[58], μαζί με την Ε.Τ.Ε. και την Alpha Bank. Η δεκαετία αυτή, όμως, δεν έφερε μόνο την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων και το άνοιγμα των αγορών των χωρών της χερσονήσου του Αίμου, αλλά και τη στροφή της ελληνικής οικονομικής πολιτικής προς την ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων. Το 1998, η κυβέρνηση του Κ. Σημίτη έλαβε την απόφαση της πώλησης της Ιονικής. Έπειτα από πολλές συζητήσεις και αντιδράσεις, κυρίως από μέρους των εργαζομένων της τράπεζας, η Ιονική πωλήθηκε στον όμιλο της Alpha Bank το έτος 2000.

Συμπεράσματα

Η ομάδα επενδυτών που ίδρυσε την Ιονική Τράπεζα, εμφανίζει τα χαρακτηριστικά εκείνα που διαμόρφωσαν την κυριαρχία του βρετανικού καπιταλισμού στον 19ο αιώνα. Κατ’ αρχήν, η πλειονότητα των μετοχών της τράπεζας ανήκε σε εισοδηματίες της χαμηλής αριστοκρατίας (Low Gentry), αξιωματικούς των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων, μεγαλοδικηγόρους και μεγαλέμπορους του Λονδίνου. Το σχήμα αυτό συνδύαζε τα συμφέροντα των γαιοκτημόνων-κεφαλαιούχων με εκείνα των αστών-κεφαλαιούχων του Σίτυ, πραγματώνοντας και στην περίπτωση της Ιονικής αυτό που οι P.J. Cain και A.G. Hopkins αποκάλεσαν Gentlemanly capitalism[59], με μορφή και στρατηγικές που εκπληρώνουν τους όρους της πρωτοπορίας του βρετανικού οικονομικού καπιταλισμού, όπως αυτός ορίστηκε από τους παραπάνω ιστορικούς[60].
Το γεγονός ότι το διοικητικό συμβούλιο της Ιονικής, στην πρώιμη τουλάχιστον μορφή του, δεν απαρτιζόταν από καταρτισμένα στελέχη, αλλά από βασικούς μετόχους, δεν δημιούργησε προβλήματα στον σχεδιασμό και τη διαχείριση του ιδρύματος. Τουναντίον, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, στην πλειονότητά τους gentlemen, όπως είδαμε παραπάνω, φαίνεται πως ήταν αρκετά ενημερωμένοι για τη σύγχρονή τους οικονομική σκέψη, προχωρώντας, μάλιστα, σε μια συνθετική διαδικασία, η οποία τους επέτρεψε να χρησιμοποιήσουν προς όφελος της τράπεζας στοιχεία από τη θεωρία, τόσο της Τραπεζικής, όσο και της Νομισματικής Σχολής.
Η ίδρυση και λειτουργία της Ιονικής ως εκδοτική και κύρια καταθετική και πιστωτική τράπεζα των Επτανήσων, τόσο επί Προστασίας, όσο και μετά της Ένωση, σε συνδυασμό με τη διατήρηση της βάσης της στο κέντρο της βρετανικής αυτοκρατορίας, ενεργοποίησαν μια σειρά από ιδιαίτερες, σε σχέση με τις άλλες βρετανικές τράπεζες της εποχής, παραμέτρους, τις οποίες η διοίκηση της τράπεζας χειρίστηκε με δεξιοτεχνία μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Η οργάνωση και η λειτουργία της Ιονικής σε Βρετανία και Επτάνησα (αργότερα Ελλάδα), καθώς και η μετοχική της σύνθεση, συνηγορούν στη θεώρησή της ως την πρώτη ευρωπαϊκή πολυεθνική τράπεζα.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ιονική λειτούργησε ταυτόχρονα ως εθνική (επτανησιακή, ελληνική) και αυτοκρατορική (βρετανική) τράπεζα, συνδυάζοντας την εξυπηρέτηση των ελληνικών και των βρετανικών συμφερόντων, πάντα με γνώμονα την ισχυροποίησή της και τα οφέλη των μετόχων της. Θέτουμε ως παραδείγματα την στήριξη του ελληνικού ταμείου Σταφίδας, και τη χρηματοπιστωτική υποστήριξη των δυνάμεων της Entente κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[61]. Στο τέλος της λειτουργίας της υπό το πρώτο ιδιοκτησιακό καθεστώς, πάντως, η Ιονική φαίνεται ότι ταυτίστηκε περισσότερο με τα βρετανικά γεωπολιτικά συμφέροντα, στάση η οποία ανάγκασε τους μετόχους της να ρευστοποιήσουν την περιουσία και τις εργασίες της εκτός Ηνωμένου Βασιλείου.
Η ριζική μεταβολή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της τράπεζας που πραγματοποιήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1970, άλλαξε, εν πολλοίς τους όρους λειτουργίας και τις στρατηγικές επιλογές του ιδρύματος, δεν έφερε, όμως, την Ιονική στην παρακμή και την αφάνεια. Αν και η υφιστάμενη διαθέσιμη βιβλιογραφία δεν μας επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών και ευρείας κλίμακας συμπερασμάτων, φαίνεται ότι το στελεχιακό δυναμικό της τράπεζας ακολούθησε γενικά την επιχειρησιακή παράδοση της Ιονικής. Η δυναμικότητα, η επέκταση και ο «αέρας» της μεγάλης τράπεζας, απετέλεσαν χαρακτηριστικά της Ιονικής, ακόμη και υπό την ιδιοκτησία του κράτους. Ως εκ τούτου, όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1990 οι τραπεζικές αγορές των Βαλκανίων άνοιξαν, η Ιονική δεν μπορούσε να απέχει.
Τα χαρακτηριστικά της μεγάλης, επιτυχημένης και κοσμοπολίτικης τράπεζας, βρίσκονται πλέον στη διάθεση του ομίλου της Alpha Bank. Ο βαθμός στον οποίο ο τραπεζικός αυτός οργανισμός έχει ενσωματώσει τα χαρακτηριστικά της Ιονικής ή εμπνέεται από τη φιλοσοφία της, δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί. Η Alpha Bank έχει ενσωματώσει πλήρως την Ιονική, αφομοιώνοντάς την και λεκτικά. Το μόνο που έχει μείνει από την πρώτη τράπεζα στον ελληνικό χώρο, την πάλαι ποτέ πολυεθνική και ισχυρή Ιονική Τράπεζα, είναι το παλιό κτήριο στο ιστορικό κέντρο της Κέρκυρας που, κτισμένο από τον αρχιτέκτονα Ν. Χρόνη στα 1846, στέγασε την έδρα της Ιονικής στα Επτάνησα και την Ελλάδα και σήμερα φιλοξενεί το Μουσείο Νομισμάτων της Ιονικής Τράπεζας.




Βιβλιογραφία

ελληνική

· Γρόλλιος Κωνστ., Αντιστασιακοί Αγώνες στα Επτάνησα Κατά τα Μέσα του ΙΘ΄ Αιώνα, Δελτίον Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας τόμος 6, 1969.
· Νικολετόπουλος Δημ., Το χρονικό ιδρύσεως της Ιονικής Τραπέζης Ltd., Πρακτικά Συνεδρίου Εταιρείας Οικονομικής Ιστορίας, 1996 (ανάτυπο).
· Σπίγγος Θ., Επτάνησα (1864-1874) από την Ένωση στην Ενσωμάτωση, 2002,
· Χυτήρης Γερ., Δομή και λειτουργία της εφτανησιώτικης κοινωνίας (από τον 16ο ως τον 19ο αιώνα), Δελτίον Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας τόμος 12, 1975.
· Χυτήρης Γερ., Η Κέρκυρα στα μέσα του 19ου αιώνα, Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, 1988.
· Χυτήρης Γερ., Το κερκυραϊκό αγροτικό πρόβλημα την επομένη της Ενώσεως και οι αναφορές του Άγγλου προξένου, Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, 1981.

ξενόγλωσση

· Cottrell Philip L., Founding a Multinational Financial Enterprise: Ionian Bank, 1833-1849, The Creators and the Creation of Banking Enterprises in Europe from the 18th to the 20th Century, Alpha Bank Historical Archives, 2002.
· Gekas S., Business Culture and Entrepreneurship in the Ionian Islands Under British Rule, 1815-1864, Working Paper No. 89/05, L.S.E. – D.E.H. 2005.
· Gekas S., Credit, Bankruptcy and Power in the Ionian Islands under British Rule, XIV International Economic History Congress, 2006.
· Gekas S., Nineteenth-century Greek port towns. History, historiography and comparison. The case of the marine insurance companies, Economic History Society Annual Conference, Royal Holloway, April 2004.
· Gounaris Basil C., Doing Business in Macedonia: Greek Problems in British Perspective (1912-1921), European Review of History, 5/2 (1998).
· Tsardanidis Ch.& Karafotakis Ev., Greece’s economic diplomacy towards the Balkan countries, άρθρο διαθέσιμο στην ιστοσελίδα www.sam.gov.tr/perceptions/Volume5/September-November2000/VolumeVN3CHARALAMBOS.pdf, τελευταία επίσκεψη 22/5/07.

Αρχεία

· Treaty between Great Britain, France, Russia, and Greece, respecting the Union of the Ionian Islands to the Kingdom of Greece. Signed at London, 29th March, 1864, πρωτότυπο κείμενο, διαθέσιμο στον ιστότοπο του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών (www.ypex.gov.gr/NR/rdonlyres/3951EFFE-BE82-4E75-A710-91C7D73CECB7/0/1864_london_treaty.doc), τελευταία επίσκεψη 5/5/07.
· Πρακτικά συνεδριάσεων Διοικητικού Συμβουλίου Ιονικής Τράπεζας (Court of Directors Minute Books):
o Ιανουάριος 1837 – Απρίλιος 1942 ` (http://library-2.lse.ac.uk/archives/pdf/ionian-bank/Vol1-part%201.pdf)
o Οκτώβριος 1901 – Απρίλιος 1903 (http://library-2.lse.ac.uk/archives/pdf/ionian-bank/Vol9-part%201.pdf)
o Απρίλιος 1903-Μάρτιος 1905 (http://library-2.lse.ac.uk/archives/pdf/ionian-bank/Vol9-part%202.pdf)
o Ιούλιος 1913 – Ιανουάριος 1915 (http://library-2.lse.ac.uk/archives/pdf/ionian-bank/Vol11-part%202.pdf)
o Μάιος 1916 – Δεκέμβριος 1917 (http://library-2.lse.ac.uk/archives/pdf/ionian-bank/Vol12-part2.pdf)
Διαθέσιμα στον ιστότοπο της βιβλιοθήκης του London School of Economics: http://library-2.lse.ac.uk/archives, τελευταία επίσκεψη 5/6/07.

λεξικά

· Χρυσοβιτσιώτης Ι., Σταυρακόπουλος Ι., Λεξικό Ελληνοαγγλικό & Ελληνοαγγλικό Εμπορικών-τραπεζικών και χρηματο-οικονομικών Όρων, Παπαζήση 20015.
· Stavropoulos D.N. & Hornby A.S., Oxford English-Greek Learner’s Dictionary, O.U.P. 1998.

βοηθήματα

· Boyce G. & Ville S., Η εξέλιξη των σύγχρονων επιχειρήσεων, Αλεξάνδρεια, 2005.
· Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου Έλλη, Πρεσβείες της βενετοκρατούμενης Κέρκυρας (16ς-18ος αι.), Γ.Α.Κ.-ΑΝ.Κ., 2002.
· Καραγιαννόπουλος Ι., Το Βυζαντινό Κράτος, Βάνιας 2001.
· Κορδάτος Γ., Ιστορία της Ελλάδας, Τόμος ΧΙΙ, 20ος Αιών, 1958.
· Λούντζης Ερμ., Περί της πολιτικής καταστάσεως των Επτανήσων επί Ενετών, Αναστατικές Εκδόσεις (ανατύπ.).
· Μπότσης Μιλ., Γεωπολιτική Αδριατικής – Ιονίου. Η περίπτωση της Κέρκυρας, Παπαζήσης 2005.
· Τησαρχόντου Η., Τα Φρούρια της Κέρκυρας, 1979.
· Χιώτης Π., Ιστορία Ιονίου Κράτους (1815-1864, τόμος Β΄), Ζάκυνθος, 1874-77.

ιστότοποι

§ http://tovima.dolnet.gr/print.php?e=B&f=12519&m=D04&aa=1, τελευταία επίσκεψη 21/5/07.
§ http://www.farhi.org/Documents/Memories.htm, τελευταία επίσκεψη 17/5/07.
§ https://www.cia.gov/library/center-for-the-study-of-intelligence/csi-publications/index-of-declassified-articles/index-of-declassified-book-reviews-by-title.html, τελευταία επίσκεψη 27/5/07.

Σημειώσεις

[1] Βλ. Μιλ. Μπότσης, Γεωπολιτική Αδριατικής – Ιονίου. Η περίπτωση της Κέρκυρας, Παπαζήσης 2005, σ. 308, υποσημ. 535.
[2] Βλ. σχετικά Κωνστ. Γρόλλιος, Αντιστασιακοί Αγώνες στα Επτάνησα Κατά τα Μέσα του ΙΘ΄ Αιώνα, Δελτίον Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας τόμος 6, 1969, σσ. 47-58.
[3] Βλ. Έλλη Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου, Πρεσβείες της βενετοκρατούμενης Κέρκυρας (16ς-18ος αι.), Γ.Α.Κ.-ΑΝ.Κ., 2002, σσ. 77 – 85 και Γερ. Χυτήρης, Το κερκυραϊκό αγροτικό πρόβλημα την επομένη της Ενώσεως και οι αναφορές του Άγγλου προξένου, Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, 1981, σ. 17. Με τον τρόπο που λειτουργούσε, ο θεσμός του προστυχίου απέδωσε αρνητικά όσον αφορά στη δημιουργία παραγωγικού κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα απετέλεσε απλώς έναν τοκογλυφικό μηχανισμό με σκοπό την απομύζηση μεγαλύτερου μέρους της παραγωγής από τους γαιοκτήμονες, οι οποίοι επένδυαν παραγωγικά μικρό μόνο μέρος του συσσωρευμένου πλούτου τους, καθώς ήταν εθισμένοι στην κατανάλωση πολυτελών αγαθών ή επένδυαν σε ακίνητα. Αντίστοιχη είναι η δραστηριότητα των πιο εύρωστων αστών. Σχετικά με τις καταναλωτικές συνήθειες των Κερκυραίων αριστοκρατών, βλ. Έλλη Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου, Πρεσβείες…, σσ. 119 - 22. Σχετικά με τους αστούς βλ. Γερ. Χυτήρη, Δομή και λειτουργία της εφτανησιώτικης κοινωνίας (από τον 16ο ως τον 19ο αιώνα), Δελτίον Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας τόμος 12, 1975, σ. 143.
[4] Ο δανεισμός με ενέχυρο, το οποίο μπορούσε να είναι ρούχο, κόσμημα ή ακίνητο, εξασφάλιζε τον δανειστή, που υποτίθεται ότι για τον λόγο αυτό επέβαλε σχετικά χαμηλή προσαύξηση στην αποπληρωμή του κεφαλαίου. Παρά ταύτα, από την εξέλιξη του φαινομένου, προκύπτει ότι το βλησίδι αποτελούσε συχνά επίφαση για τη χορήγηση υψηλότοκου δανείου, με τα επιτόκια να φτάνουν μέχρι και το 25% μηνιαίως. Βλ. σχετικά Γερ. Χυτήρης, Το κερκυραϊκό αγροτικό πρόβλημα… ό.π., σ. 14 και υποσημ., και Γερ. Χυτήρη, Δομή και λειτουργία… ό.π., σσ. 143-4 και υποσημ.
[5] Βλ. Έλλη Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου, Πρεσβείες…, ό.π., σ. 114 και Γερ. Χυτήρης, Η Κέρκυρα στα μέσα του 19ου αιώνα, Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, 1988, σ. 31.
[6] Βλ. Έλλη Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου, Πρεσβείες…, ό.π., σσ. 168-70.
[7] Διαδοχικά: Γάλλοι Δημοκρατικοί, Ιόνιος Πολιτεία, Γάλλοι Αυτοκρατορικοί, Βρετανική Προστασία.
[8] Βλ. σχετικά Γερ. Χυτήρης, Το κερκυραϊκό αγροτικό πρόβλημα…, ό.π., σσ. 14-5. Ουσιαστικά, καθ’ όλη τη διάρκεια της βενετοκρατίας και μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, οι σχέση μεταξύ πιστωτή και χρεώστη διεπόταν συνήθως από μια διάθεση υπενθύμισης των νομοκατεστημένων ταξικών διακρίσεων (S. Gekas, Credit, Bankruptcy and Power in the Ionian Islands under British Rule, XIV IEHC, 2006, σσ. 1-8). Χρειάστηκε η εμπέδωση ενός οργανωμένου χρηματοπιστωτικού συστήματος για να μετασχηματιστεί η σχέση αυτή σε συναλλαγή μεταξύ δύο (τυπικά) ισότιμων μερών.
[9] Με νόμο της 4ης Βουλής, επί Αρμοστείας Άνταμ, βλ. Γερ. Χυτήρης, Το κερκυραϊκό αγροτικό πρόβλημα… ό.π., σ. 17 και υποσημ.
[10] Βλ. Γερ. Χυτήρης, Η Κέρκυρα στα μέσα του 19ου αιώνα…ό.π., σ. 9.
[11]Βλ. Γερ. Χυτήρης, Το κερκυραϊκό αγροτικό πρόβλημα… ό.π., σ.15 και . Της απόπειρας αυτής είχε προηγηθεί η ίδρυση ενός δημοσίου ταμείου από τον Αρμοστή Nugent (1833), το οποίο, με κεφάλαιο ₤35.000, χορηγούσε δάνεια στους αγρότες με επιτόκιο 6%, εξοφλητέα με την πώληση της παραγωγής σε προκαθορισμένες, ευνοϊκές για τους παραγωγούς, τιμές. Το ταμείο καταργήθηκε τελικά από τον Αρμοστή Douglas το 1834. Βλ. σχετικά Δημ. Νικολετόπουλος, Το χρονικό ιδρύσεως της Ιονικής Τραπέζης Ltd., Πρακτικά Συνεδρίου Εταιρείας Οικονομικής Ιστορίας, 1996 και Philip L. Cottrell, Founding a Multinational Financial Enterprise: Ionian Bank, 1833-1849, The Creators and the Creation of Banking Enterprises in Europe from the 18th to the 20th Century, Alpha Bank Historical Archives, 2002, σ. 67-9.
[12] Παράλληλα με την απροθυμία των ντόπιων κεφαλαιούχων λειτούργησε και η αντίδραση των βρετανών μεγαλεμπόρων, οι οποίοι έβλεπαν τα συμφέροντά τους να πλήττονται (Βλ. Γερ. Χυτήρης, Η Κέρκυρα στα μέσα του 19ου αιώνα…ό.π., σ. 39-40).
[13] Αντίθετα από τον Ναπολέοντα, ο οποίος έβλεπε τα νησιά αποκλειστικά ως προγεφύρωμα για την κατάκτηση οθωμανικών εδαφών και εξασφάλισης των γαλλικών κτήσεων στην Ιταλία. Βλ. σχετικά Μιλτ. Μπότσης, Γεωπολιτική… ό.π., σ. 321, υποσημ. 560 και Η. Τησαρχόντου, Τα Φρούρια της Κέρκυρας, 1979, σσ. 72-4.
[14] Κατά τη δεκαετία του 1830 ο πληθυσμός τους ανερχόταν σε 200.000 περίπου, για να φτάσει στις παραμονές της Ένωσης τις 240.000. Για παράδειγμα, ο πληθυσμός της Κέρκυρας το 1826 ήταν γύρω στις 50.000, ενώ το 1864 ανερχόταν στις 73.453. βλ. σχετικά Γερ. Χυτήρης, Η Κέρκυρα στα μέσα του 19ου αιώνα… ό.π. σσ. 53-5.
[15] Αναφορές στην εισαγωγή βρετανικών προϊόντων από τα Επτάνησα απαντούν σχετικά στα: Γερ. Χυτήρης, Η Κέρκυρα στα μέσα του 19ου αιώνα… ό.π. σσ. 23-4, 30, 79, 81-2, Θ. Σπίγγος, Επτάνησα (1864-1874) από την Ένωση στην Ενσωμάτωση, 2002, σ. 23, S. Gekas, Business Culture and Entrepreneurship in the Ionian Islands Under British Rule, 1815-1864, Working Paper No. 89/05, L.S.E. – D.E.H. 2005, σσ. 5-6, 15.
[16] Αναφερόμαστε στην ακτή από την Αυλώνα της σημερινής Αλβανίας έως το νότιο άκρο της Πελοποννήσου στα ανατολικά και τις ιταλικές περιοχές της Απουλίας και της Καμπανίας στα δυτικά. Οι περιοχές αυτές αποτελούσαν από την αρχαιότητα μέρη του ιόνιου οικονομικού χώρου και διατήρησαν αυτόν το χαρακτήρα μέχρι που τα εθνικά κράτη, τα οποία προέκυψαν από τα μέσα του 19ου αιώνα κι έπειτα, όρθωσαν εμπόδια στην ελεύθερη διακίνηση προσώπων και προϊόντων, διαρρηγνύοντας την οικονομική ενότητα του χώρου, καθιστώντας το Ιόνιο Πέλαγος φράγμα αντί για γέφυρα.
[17] Το λιμάνι της Κέρκυρας κηρύχθηκε «ελεύθερο» το 1826. Αυτό σήμαινε πως τα per tranzito εμπορεύματα που επρόκειτο να εξαχθούν στις απέναντι ακτές πλήρωναν τέλος μόνο 1% (βλ. Γερ. Χυτήρης, Η Κέρκυρα στα μέσα του 19ου αιώνα… ό.π., σ. 9).
[18] Τα έξοδα της βρετανικής στρατιωτικής δύναμης και των μηχανισμών της Προστασίας καλύπτονταν από τις εισφορές του Ιονίου Κράτους. Στο διάστημα 1817-1864, οι Ιόνιοι κατέβαλαν στους Βρετανούς περίπου ₤2,750,000 (σημ. τιμές € 223,383,233!)
[19] Για την ακρίβεια, ο Sir Alexander Wood ήταν ο εδράζων στο Λονδίνο αντιπρόσωπος του κράτους των «Ηνωμένων Πολιτειών των Ιονίων Νήσων».
[20] Αναφέρονται οι John Wright, συνέταιρος σε ιδιωτική τράπεζα του Λονδίνου, Charles Barry Baldwin, δικηγόρος και βουλευτής, Oliver Farrer, δικηγόρος, Sir Andrew Pellett Green, πλοίαρχος του Βασιλικού Ναυτικού και Richard Norman, έμπορος (βλ. Philip L. Cottrell, Founding a Multinational Financial Enterprise… ό.π., σ. 68). Ο J. Wright είχε δραστηριοποιηθεί το 1835 και για την ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, αλλά η απόπειρά του τελικά δεν ευοδώθηκε (βλ. Δημ. Νικολετόπουλος, Το χρονικό ιδρύσεως της Ιονικής Τραπέζης …ό.π., υποσημ. 16).
[21] Βλ. Εισαγωγή σ. 5.
[22] Βλ. Philip L. Cottrell, Founding a Multinational Financial Enterprise… ό.π., σ. 70.
[23] Βλ. υποσημ. 21.
[24] Εκτός από την Ιονική, από το 1835 είχαν ιδρυθεί άλλες πέντε υπερπόντιες τράπεζες, οι οποίες δραστηριοποιούνταν στην Αυστραλία, τη Ν. Αφρική, την Ινδία, τις Δ. Ινδίες και τον Καναδά, βασιζόμενες στην ανάκληση του “Bubble Act” (1722) το 1825. Παρά ταύτα, τέτοιου είδους επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να νομιμοποιηθούν, παρά με Ιδιωτικό Κοινοβουλευτικό Νόμο (Private Act of the Parliament) ή Βασιλικό Διάταγμα (Royal Charter) (βλ. Philip L. Cottrell, Founding a Multinational Financial Enterprise… ό.π., σ. 63, 65). Ίσως αυτό να είχαν υπ’ όψιν οι επενδυτές της ομάδας του Wright όταν αποφάσισαν να ιδρύσουν την τράπεζα με βάση την Ιόνια Νομοθεσία.
[25] Βλ. Philip L. Cottrell, Founding a Multinational Financial Enterprise… ό.π., σ. 71.
[26] Η έκδοση χαρτονομισμάτων και η κοπή κερμάτων ήταν ιδιαίτερα επικερδής για τον κάτοχο του δικαιώματος. Η περιεκτικότητα των μεταλλικών νομισμάτων υπολειπόταν σε καθαρότητα μετάλλου σε σύγκριση προς την ονομαστική του αξία (συνήθως ήταν 9/10). Τη διαφορά αυτή (το κέρδος νομισματοκοπής) καρπωνόταν ο εκδότης.
[27] Αντίθετα από την πλειονότητα των νομισμάτων της εποχής που αντιστοιχούσαν σε ίσης αξίας μέταλλα (κυρίως χρυσό και άργυρο), η έκδοση χαρτονομισμάτων με βάση την εξόφληση συναλλαγματικών δημιουργούσε χρήμα εκ του μηδενός. Μία συναλλαγματική αντιπροσωπεύει ίσης αξίας χρήμα ή προϊόντα, τα οποία, με την πώλησή τους στον καταναλωτή, μετατρέπονται επίσης σε χρήμα. Συνεπώς, η έκδοση χαρτονομίσματος με βάση μια συναλλαγματική, ουσιαστικά διπλασιάζει μια ποσότητα χρήματος που ήδη βρίσκεται σε κυκλοφορία εντός του οικονομικού κυκλώματος.
[28] Ο όρος αυτός αντικατόπτριζε τις κυρίαρχες απόψεις των θεωρητικών της βρετανικής Τραπεζικής Σχολής, οι οποίοι υποστήριζαν ότι οι εκδοτικές τράπεζες θα πρέπει να ρυθμίζουν ελεύθερα την έκδοση και κυκλοφορία χαρτονομισμάτων με βάση την προεξόφληση συναλλαγματικών (Βλ. Ι. Χρυσοβιτσιώτης, Ι. Σταυρακόπουλος, Λεξικό Ελληνοαγγλικό & Ελληνοαγγλικό Εμπορικών-τραπεζικών και χρηματο-οικονομικών Όρων, Παπαζήση 20015, λήμμ. “banking principle”, σ. 84).
[29] Παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι επενδυτές της Ιονικής δεν δίσταζαν να αντλήσουν επιχειρήματα και από τις δύο αντίπαλες παρατάξεις οικονομολόγων (Τραπεζική –Νομισματική Σχολή) προκειμένου να υποστηρίξουν τα συμφέροντα της ομάδας τους, αλλά και να σχεδιάσουν τη λειτουργία της τράπεζας. Οι οπαδοί της Νομισματικής Σχολής (από τους οποίους προέρχονται οι μονεταριστές) υποστήριζαν μεν την αποκλειστικότητα μίας μόνης εκδοτικής τράπεζας σε μια οικονομία, αλλά ταυτόχρονα θεωρούσαν (αντίθετα προς την Τραπεζική Σχολή και το μοντέλο που υιοθέτησε η Ιονική) ότι η κυκλοφορία χαρτονομίσματος πρέπει να αντιστοιχεί σε ίσης αξίας αποθέματα χρυσού (Βλ. Ι. Χρυσοβιτσιώτης, Ι. Σταυρακόπουλος, Λεξικό…ό.π., λήμμ. “currency principle, σ. 259).
[30] Βλ. Philip L. Cottrell, Founding a Multinational Financial Enterprise… ό.π., σ. 72.
[31] Αξίζει να αναφερθεί ότι το νομικό κενό για την ίδρυση στα Επτάνησα τράπεζας με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, δηλαδή ενός επιχειρηματικού σχήματος που ήταν άγνωστο στο ρωμαϊκό και το βενετικό και, συνεπώς, στο Ιόνιο Δίκαιο, είχε καλυφθεί από τον νόμο 78/1837 «Περί συστάσεως Ανωνύμων Εταιρειών», καίτοι άφηνε ασαφή κάποια δευτερεύοντα ζητήματα (βλ. Δημ. Νικολετόπουλος, Το χρονικό ιδρύσεως της Ιονικής Τραπέζης …ό.π.
[32] Το ζήτημα της εγγείου υποθήκευσης απασχολούσε ιδιαίτερα τους επενδυτές της Ιονικής, καθώς τα θέματα που αφορούσαν στην έγγειο ιδιοκτησία ρυθμίζονταν ακόμη με βάση το βενετικό δίκαιο, όπως αυτό είχε ενσωματωθεί στο Σύνταγμα που είχε εισαχθεί από τον Αρμοστή Maitland και είχε επικυρωθεί από το βρετανικό Στέμμα. Ως εκ τούτου, ίσχυαν δύο απαρχαιωμένες αρχές που δημιουργούσαν κώλυμα για την έκδοση δανείων με έγγειο εγγύηση: η προτίμησις και το αναπαλλοτρίωτο των τιμαρίων. Σχετικά με την προτίμηση βλ. Ι. Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, Βάνιας 2001, σ.435. Σχετικά με το αναπαλλοτρίωτο των τιμαρίων βλ. Ερμ. Λούντζης, Περί της πολιτικής καταστάσεως των Επτανήσων επί Ενετών, Αναστατικές Εκδόσεις (ανατύπ.), σσ. 188-202.
[33] Βλ. Philip L. Cottrell, Founding a Multinational Financial Enterprise… ό.π., σ. 75.
[34] Ήδη από τον Μάρτιο του 1839 είχε δραστηριοποιηθεί μια ομάδα Επτανησίων επενδυτών, αστών και μελών της γαιοκτητικής αριστοκρατίας, με επικεφαλής τον Κόμη Βιάρο Καποδίστρια, προκειμένου να ιδρυθεί αμιγώς επτανησιακή τράπεζα με βάση τον νόμο 83/1837. Η ομάδα αυτή είχε κατορθώσει να συγκεντρώσει 40.000 τάληρα ως κεφάλαιο μέχρι τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Όταν, όπως ο νόμος 83/1837 όριζε, ζήτησαν τη συμμετοχή της κυβέρνησης, η Αρμοστεία και η Γερουσία επέσπευσαν τις διαδικασίες νομιμοποίησης της πρότασης της Ιονικής (βλ. Δημ. Νικολετόπουλος, Το χρονικό ιδρύσεως της Ιονικής Τραπέζης …ό.π.).
[35] Το εν λόγω θέσπισμα δημοσιεύτηκε στις 25/10, στοιχείο που οδηγεί πολλούς να θεωρούν ότι πραγματοποιήθηκε προχρονολόγησή του, προκειμένου να ακυρωθεί πρακτικά η πρόταση της ομάδας του Βιάρου Καποδίστρια που κατετέθη στις 24/10 (βλ. Δημ. Νικολετόπουλος, Το χρονικό ιδρύσεως της Ιονικής Τραπέζης …ό.π.).
[36] βλ. Δημ. Νικολετόπουλος, Το χρονικό ιδρύσεως της Ιονικής Τραπέζης …ό.π. και . Philip L. Cottrell, Founding a Multinational Financial Enterprise… ό.π., σσ. 79-80.
[37] Βλ. Philip L. Cottrell, Founding a Multinational Financial Enterprise… ό.π., σσ. 83-4.
[38] Βλ. Θ. Σπίγγος, Επτάνησα (1864-1874)… ό.π., σ. 94.
[39] Βλ. . Philip L. Cottrell, Founding a Multinational Financial Enterprise… ό.π., σ.σ. 97-100.
[40] Το καταθετικό επιτόκιο της Ιονικής ανερχόταν στο 4%, ενώ το πιστωτικό στο 6-7%, σε αντίθεση με τα (μη τοκογλυφικά) επιτόκια της αγοράς που, κατά τον νόμο, μπορούσαν να φτάσουν έως το 10% (βλ. Γερ. Χυτήρης, Η Κέρκυρα στα μέσα του 19ου αιώνα… ό.π., σ. 36). Παρά ταύτα, ο Π. Χιώτης αναφέρει διαφορετικού ύψους επιτόκια, διαφοροποιούμενα, ακόμη και με βάση την υπηκοότητα του καταθέτη. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι, για τους Επτανησίους, το καταθετικό επιτόκιο ανερχόταν στο 3% και το πιστωτικό στο 9%. Αντίθετα, οι Βρετανοί καταθέτες απολάμβαναν καταθετικό επιτόκιο της τάξης του 6% (!) (βλ. σχετικά Π.Χιώτης, Ιστορία Ιονίου Κράτους (1815-1864, τόμος Β΄), Ζάκυνθος, 1874-77, σ. 140.
[41] Κατά τις πρώτες δεκαετίες που ακολούθησαν την ίδρυση της Ιονικής, οι αντιδράσεις των ντόπιων πολιτικών και άλλων παραγόντων σχετικά με τους όρους λειτουργίας της υπήρξαν ποικίλες και σφοδρές. Παρά ταύτα, οι Επτανήσιοι αύξαναν σταδιακά τις συναλλαγές τους με την τράπεζα.
[42] Στα 1862 οι καταθέσεις ιονικών κεφαλαίων ανέρχονταν στις ₤120.000 με τόκο 4%, ξεπερνώντας το μετοχικό κεφάλαιο της τράπεζας (βλ. Γερ. Χυτήρης, Η Κέρκυρα στα μέσα του 19ου αιώνα… ό.π., σ. 20). Εκτός, βέβαια, από την Ιονική, υπήρχαν και άλλες, μικρού μεγέθους, εμπορικές τράπεζες, οι οποίες στα μέσα της δεκαετίας του 1850, συγκέντρωναν καταθέσεις περίπου ₤69.000 (βλ. Γερ. Χυτήρης, Η Κέρκυρα στα μέσα του 19ου αιώνα… ό.π., σ. 36).
[43] Σε αντίθετη περίπτωση επισειόταν η απειλή της προσωποκράτησης και της κατάσχεσης (βλ. Γερ. Χυτήρης, Το κερκυραϊκό αγροτικό πρόβλημα… ό.π., σ. 17 και υποσημ.). Παράλληλα, όμως, με τη λειτουργία της Ιονικής, εξακολούθησε η τοκογλυφική δραστηριότητα. Υπάρχου, μάλιστα, αναφορές ότι οι χρεώστες της Ιονικής κατέφευγαν στους τοκογλύφους ώστε να εξυπηρετήσουν τα δάνεια που είχαν συνάψει με την Τράπεζα (Βλ. Γ. Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, Τόμος ΧΙΙ, 20ος Αιών, 1958, σσ. 189-90).
[44] Βλ. Γερ. Χυτήρης, Το κερκυραϊκό αγροτικό πρόβλημα… ό.π., σ. 63 και S. Gekas, Nineteenth-century Greek port towns. History, historiography and comparison. The case of the marine insurance companies, Economic History Society Annual Conference, Royal Holloway, April 2004, σ. 7.
[45] Βλ. Γερ. Χυτήρης, Η Κέρκυρα στα μέσα του 19ου αιώνα… ό.π., σημ. 64, σ. 71.
[46] Το εκδοτικό δικαίωμα της Ιονική είχε πάψει να είναι αποκλειστικό από το 1860, δεν είχε, όμως, προκύψει κάποιος ανταγωνιστής (βλ. Θ. Σπίγγος, Επτάνησα (1864-1874)… ό.π., σ.σ. 94).
[47] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε επιστολή του βρετανού προξένου S.S. Saunders προς τον πολιτικό του προϊστάμενο λόρδο Russell (28/2/1865), ο τόκος για τα δάνεια αυτά θα ήταν 6% στην περίπτωση που το ελληνικό κράτος παραχωρούσε στην Ιονική εκδοτικό δικαίωμα και στην υπόλοιπη επικράτεια, εις βάρος του προνομίου της Εθνικής Τράπεζας. Ο σκληρός ανταγωνισμός των δύο τραπεζών είχε ήδη αρχίσει. (βλ. Γερ. Χυτήρης, Το κερκυραϊκό αγροτικό πρόβλημα… ό.π., σ. 63)
[48] Με το 7ο άρθρο της Συνθήκης του Λονδίνου (Μάρτιος 1864), το Ελληνικό κράτος δεσμευόταν για τον σεβασμό των συμβάσεων του Ιονίου κράτους με άλλα κράτη και επιχειρήσεις, ενώ αναφέρονται ρητά η Ιονική Τράπεζα και το λεγόμενο «Αυστριακό Lloyd». Επίσης, με τον Νόμο περί Αφομοιώσεως της 21ης Δεκεμβρίου 1865 (άρθρα 2ο, 4ο, 6ο και 16ο), το Ελληνικό κράτος αναγνωρίζει για τα Επτάνησα εξαιρέσεις από το εθνικό δίκαιο σε θέματα που αφορούν τα προνόμια και τη λειτουργία της Ιονικής. Βλ. σχετικά Θ. Σπίγγος, Επτάνησα (1864-1874)… ό.π., σ.σ. 70-2.
[49] Κάτι τέτοιο συνέβη σχεδόν αμέσως μετά την Ένωση, όταν ένα επιχειρηματικό σχήμα ομογενών πρότεινε στην κυβέρνηση την ίδρυση τράπεζας κτηματικής πίστης με εκδοτικό δικαίωμα (βλ. Θ. Σπίγγος, Επτάνησα (1864-1874)… ό.π., σ.σ. 94-5).
[50] Βλ. ό.π.
[51] Η Γενική Πιστωτική Τράπεζα ιδρύθηκε τον Μάιο του 1872 από τους ομίλους Βαλτατζή και Συγγρού. Το τότε κυβερνητικό σχήμα του Ε. Δεληγιώργη, που επιθυμούσε η ανάπτυξη της χώρας να χρηματοδοτηθεί από ελληνικά κεφάλαια, είδε στη Γενική Πιστωτική έναν σύμμαχο για την υποβάθμιση της «ξένης» Ιονικής. θυμίζουμε ότι η Εθνική είχε δεσμευτεί για την μη επέκταση του εκδοτικού της δικαιώματος στα Επτάνησα λίγα χρόνια νωρίτερα (βλ. Θ. Σπίγγος, Επτάνησα (1864-1874)… ό.π., σ.σ. 95-7).
[52] Σε αυτό το θετικό αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων, ίσως να συνέβαλε το γεγονός ότι η Ιονική, ήδη από το 1903 (Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου Ιονικής Τράπεζας, 18/5/1903, σ. 175), είχε καταστεί ένας από τους δύο σημαντικότερους (ο άλλος ήταν η Ε.Τ.Ε.) οικονομικούς αρωγούς της Σταφιδικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία εξυπηρετούσε το ελληνικό δημόσιο χρέος.
[53] Θυμίζουμε ότι στην Αίγυπτο η Ιονική διέθετε πρακτόρευση ήδη από τη δεκαετία του 1840. Βλ. παραπ., σ. 12.
[54]Βλ. Basil C.Gounaris, Doing Business in Macedonia: Greek Problems in British Perspective (1912-1921), European Review of History, 5/2 (1998), σ. 174.
[55] Το βρετανικό τμήμα της Ιονικής, αν και συρρικνωμένο, συνέχισε τη λειτουργία του στο Λονδίνο ως εμπορική τράπεζα μέχρι το 1977.
[56] Ζ. Τζώλης, Στο Λονδίνο 160 χρόνια πριν…Από τον Sir Howard στον Ανδρεάδη και από εκεί στο Δημόσιο, άρθρο διαθέσιμο στον ιστότοπο της εφημερίδας «Το Βήμα» (http://tovima.dolnet.gr/print.php?e=B&f12519&m=D04&aa=1, τελευταία επίσκεψη 25/5/2007).
[57] Με το Π.Δ. 861/5-12-1975
[58] Ch.Tsardanidis & Ev.Karafotakis, Greece’s economic diplomacy towards the Balkan countries, σ. 4, άρθρο διαθέσιμο στον ιστότοπο www.sam.gov.tr/perceptions/Volume5/September-November2000/VolumeVN3CHARALAMBOS.pdf
[59] Πρόκειται για τους καθηγητές Peter Cain του Sheffield Hallam University και A.G Hopkins του University of Cambridge και το έργο τους British Imperialism (1688-1994), Longman, 1994.
[60] Βλ. Philip L. Cottrell, Founding a Multinational Financial Enterprise… ό.π., σ. 124-6.
[61] Υπάρχουν, επίσης, αναφορές για κατασκοπική δράση των διευθυντών των υποκαταστημάτων της Ιονικής σε Κάιρο και Αλεξάνδρεια κατά τη δεκαετία του 1950. Συγκεκριμένα, οι Sir Bickham Sweet- Escott και Robin Brooke φέρονται ως στελέχη της ΜΙ 6. Βλ. σχετικά Edna Anzarut-Turner, Anzarut Memories, κείμενο διαθέσιμο στην ιστοσελίδα http://www.farhi.org/Documents/Memories.htm. Ειδικά για τον Sir Bickham Sweet- Escott, υπάρχουν αναφορές και σε αποχαρακτηρισμένα έγγραφα μυστικών υπηρεσιών (https://www.cia.gov/library/center-for-the-study-of-intelligence/csi-publications/index-of-declassified-articles/index-of-declassified-book-reviews-by-title.html).

(Η παραπάνω εργασία συντάχθηκε από τον Ανδρέα Γραμμένο στο πλαίσιο του Μαθήματος "Ιστορία των Επιχειρήσεων" της Αναπληρώτριας καθηγήτριας Τζ. Χαρλαύτη στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου). Το φωτογραφικό υλικό προέρχεται από τον φίλο συλλέκτη Στέφανο από την Κέρκυρα.

ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΓΙΑ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ.
ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΑΙ Η ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΔΗΛΑΔΗ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΑΚΤΗ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟΥ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ.