21/12/08

Η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ




Σε παλαιότερο άρθρο είχαμε περιγράψει το καθεστώς της εκκλησιαστικής περιουσίας στην Κέρκυρα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά τους υστεροβυζαντινούς αιώνες και την περίοδο της βενετοκρατίας. Ο κανόνας για το νησί μας φαίνεται πως ήταν να αφιερώνονται περιουσιακά στοιχεία –κυρίως γη- στις ενοριακές εκκλησίες, οι οποίες κατά το πλείστον ήταν ιδιωτικές και λειτουργούσαν υπό το καθεστώς της αδελφότητας.
Αν και η Χριστιανική Εκκλησία στους βυζαντινούς χρόνους απέκτησε σιγά-σιγά καθεστώς κρατικού θεσμού λόγω της πολιτικής του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των διαδόχων του, οι ανάγκες της δεν εντάχθηκαν ποτέ στον προϋπολογισμό του αυτοκρατορικού Θησαυροφυλακίου. Όπως και κατά τους πρωτοχριστιανικούς αιώνες, οι λειτουργικές ανάγκες των εκκλησιών καλύπτονταν από τις εισφορές των πιστών. Παρά ταύτα, ήδη από τον 10ο αιώνα πολλοί βυζαντινοί αυτοκράτορες έλαβαν μέτρα για τον περιορισμό του φαινομένου της ολοένα αυξανόμενης εκκλησιαστικής, και κυρίως της μοναστηριακής περιουσίας.
Τι ήταν, όμως, αυτό που ωθούσε τους πιστούς στο να αφιερώνουν την περιουσία τους στις εκκλησίες και τις μονές;
Σε ό,τι αφορά στις ενοριακές εκκλησίες τα πράγματα είναι αρκετά σαφή. Οι θρησκευτικές ανάγκες των χριστιανών μπορούσαν να καλυφθούν μόνο από έναν εφημέριο, ο οποίος για να μπορέσει να επιτελέσει τα καθήκοντά του έπρεπε να έχει πρώτα εξασφαλίσει τα προς το ζην. Ο μεγάλος αριθμός των τακτικών ακολουθιών και των έκτακτων τελετών (γάμοι, βαπτίσεις, κηδείες κ.τ.λ.) απαιτούσαν την πλήρη «απασχόληση» του ιερέα. Ως εκ τούτου, ο εκάστοτε εφημέριος έπρεπε να αμείβεται από τα έσοδα της εκκλησίας, τα οποία τότε ήταν συνήθως γαιοπρόσοδοι (πάκτα, σολδιάτικα κ.τ.λ.).
Παρ’ ότι στα νοταριακά έγγραφα που ανασύρουμε από το Ιστορικό Αρχείο Κερκύρας συναντούμε συχνά πράξεις (διαθήκες, ζωντοβούλια, παραχωρητήρια) αφιέρωσης εκτάσεων γης ή ακόμη και οικιών και λουτρουβιών σε εκκλησίες και μοναστήρια, σπάνια κάποια ενορία ή μονή μπορεί να χαρακτηριστεί «πλούσια». Ευρεία οικονομική άνεση είχαν κυρίως τα προσκυνήματα και οι ναοί κάποιων συντεχνιών. Προβληματισμός εγείρεται, ωστόσο, όταν συναντούμε περιπτώσεις αφιερώσεων σε αθωνικά μοναστικά ιδρύματα.
Πράγματι, αν και θεωρητικά η Κέρκυρα είχε αποκοπεί από τον ελληνικό κορμό λόγω της βενετικής κυριαρχίας και παρά τις προσπάθειες των Βενετών και του Βατικανού να περιορίσουν ή και να εξαφανίσουν την επιρροή των μεγάλων κέντρων της Ορθοδοξίας στο νησί, οι Κερκυραίοι ποτέ δεν απώλεσαν τον ομφάλιο λώρο που τους συνέδεε με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Αθωνική Πολιτεία. Ειδικά με το Άγιο Όρος η επαφή ήταν αρκετά στενή αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες της εποχής.
Πολλοί μοναχοί από τον Άθωνα έρχονταν κατά διαστήματα στην Κέρκυρα επιτελώντας ιεραποστολικό έργο, συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση της ορθόδοξης πίστης των Κερκυραίων και τη θριαμβευτική επιβίωση του ελληνικού πολιτισμού. Αντίστοιχα, δεν ήταν πολύ σπάνιες οι περιπτώσεις Κερκυραίων που επέλεγαν να ενδυθούν το μοναχικό σχήμα και να ασκητεύσουν στο Περιβόλι της Παναγίας. Οι περισσότεροι από αυτούς, κατά τα έθη και τις ανάγκες της εποχής, με την κουρά τους αφιέρωναν κάποιο περιουσιακό στοιχείο στο μοναστήρι τους, το οποίο συνέβαλλε στον προσπορισμό των απαραιτήτων για τη διαβίωση των μοναχών που δεν είχαν άλλα έσοδα.
Μία τέτοια περίπτωση εντοπίζουμε στα κατάστιχα του νοταρίου Κορυφών παπα Μιχαήλ Γκλαβά:

ΑΦΙΕΡΩΣΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ ΑΠΟ ΚΕΡΚΥΡΑΙΟ (16ος αι.)

αφμε΄ (1545), ημέρα ιδ΄ (14η) του Νοεμβρίου μηνός, εντός οίκου Μισέρ Ολιβιέρη Μουρέλου ... εν τω Eμπορίω των Κοριφών, εις την ενορίαν της Υ. Θ. Κεχαριτωμένης. Ο Τιμιώτατος κυρ Άνθιμος ο Μουρέλος, επίτροπος της μονής του Αγίου Όρους του Βατοπεδίου, και ηγούμενος της μονής του Μεγάλου Παντοκράτορος εν τω Γαλησίω Όρη[i], ήγουν της Αναλήψεως, παρών ομολόγησεν την σήμερον μετά του παρόντος Μισέρ Ολιβιέρη Μουρέλου, αδελφού αυτού, διά μέρους αυτού και όνομα Μισέρ Ανδρία ... να πιοίση και γράψη αυτού εις το παρόν ινστρουμέντο ως έφη αυτός ... συνεφώνησε και πακτώνει[ii] προς αυτούς τα δύο μερτικά του Μύλου όπερ είναι εις την Παραποταμιάν της Πινήτζας, λεγόμενος Χορδίας, διά χρόνον έναν ερχαμένον αρχηνόντας από την α΄ (1η) του ερχαμένου μηνός Δεκεμβρίου, διά πάκτος δουκάτα είκοσι και δύο κουρέντι[iii]. Τα οποία δουκάτα είκοσι δύο ομολόγησε ο αυτός κυρ Άνθιμος, ως επίτροπος του άνωθεν μοναστηρίου ότι έλαβε αυτά μετρητά από χειρός του αυτού Μουρέλου ενώπιον εμού νοταρίου....
Μάρτυρες κυρ Δημήτριος Σύφαντος και κυρ Μιχέλης Κεφαλωνίτης, οποίος στέκει εις την ενορίαν του Αγίου Μάρκου.
Α.Ν.Κ., Συμβ., Τόμος Γ 54, σ. 336

Βλέπουμε πως ο Κερκυραίος παπα Άνθιμος Μουρέλος, ηγούμενος της μονής του Παντοκράτορος, μάλλον είχε λάβει το μοναχικό σχήμα από τη μονή Βατοπεδίου και για τον λόγο αυτόν είχε παραχωρήσει τα έσοδα από το μερίδιό του στον οικογενειακό μύλο στις Μπενίτσες. Από άλλη πράξη μαθαίνουμε ότι είχε ακόμη αφιερώσει στο Βατοπέδι και κάποια νοικιασμένα σπίτια που είχε στο Οβριοβούνι, στο Καμπιέλο.
Χωρίς να μπορούμε να αποφανθούμε για την οικονομική κατάσταση του Βατοπεδίου εκείνην την εποχή, είναι γεγονός ότι η πρακτική της «προίκας» που έφερναν στο μοναστήρι (όπως και σε άλλες πολυάνθρωπες μονές) οι νέοι μοναχοί, από τη στιγμή που αυτοί κάποτε έφευγαν από τη ζωή και τη θέση τους έπαιρναν άλλοι, οδήγησε κάποτε στη συσσώρευση μεγάλης έγγειας περιουσίας υπό τον έλεγχο των μοναχών.
Πριν υποθέσει κανείς ότι τα μοναστήρια ήταν πλούσια, πρέπει να σημειώσουμε ότι σε ταραγμένες εποχές (που ήταν πολλές εκείνα τα χρόνια) η έγγεια περιουσία των μοναστηριών δεν απέδιδε πολλά – ενίοτε και τίποτα. Από την άλλη πλευρά, σε ειρηνικές και γόνιμες περιόδους, τα έσοδα ήταν τουλάχιστον υπολογίσιμα, με αποτέλεσμα κάποιοι μοναχοί να ασχολούνται περισσότερο με τη διαχείρισή τους, παρά με τα μοναχικά τους καθήκοντα.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Άγιος Νικηφόρος Φωκάς, ένας αυτοκράτορας – ασκητής, κάποτε αναφώνησε: «Σε ποιον τάχα από τους Πατέρες της Εκκλησίας υπακούουν, ή από που βρήκαν αφορμή για να φτάσουν σε τέτοια περιττά γι’ αυτούς πράγματα και μάταιες επιθυμίες, ώστε να κατέχου άπειρα πλέθρα γης, όμορφα οικοδομήματα, αγέλες ίππων και βοδιών και καμηλών... λογιάζοντας πάντοτε πώς να αποκτήσουν και άλλα... έτσι ώστε ο μοναχικός τους βίος να μη διαφέρει διόλου από τον κοσμικό...»[iv].


__________________

Σημειώσεις


[i] Γαλήσιον Όρος: το βουνό των Αγίων Δέκα, της Αναλήψεως.
[ii] Πακτώνω: ενοικιάζω παραγωγικό ακίνητο περιουσιακό στοιχείο.
[iii] Κουρέντι, ή κουρέντε, όπως απαντά αλλού: «καθαρά».
[iv] J. & P. Zepos, Jus Graecoromanum, Αθήνα, 1931, Τόμος Ι, σ.σ. 249-50.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΓΙΑ ΧΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ.
ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΑΙ Η ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΔΗΛΑΔΗ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΑΚΤΗ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟΥ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ.